Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Πολυτεχνείο 17η Νοεμβρίου 1973: Μια αυθόρμητη κίνηση που ξεκίνησε από την ανάγκη για ξέσπασμα

Μήπως σήμερα πληρώνουμε το αίμα που έτρεξε εκείνα τα βράδια όχι μόνο εντός ή εκτός του Πολυτεχνείου αλλά και στους γύρω χώρους του;


Μαρτυρίες από τα δραματικά γεγονότα του  Πολυτεχνείου


Σαράντα χρόνια πέρασαν από την αποφράδα ημέρα που το τανκς πέρασε τη .. πόρτα του Πολυτεχνείου την 17η Νοεμβρίου 1973 – Τ. Πρωτονοτάριος «θέλαμε κάτι να κάνουμε, να αλλάξει κάτι» - Μ. Μανωλάς «μια αυθόρμητη κίνηση που ξεκίνησε από την ανάγκη για ξέσπασμα»

Πολυτεχνείο… Για τους περισσότερους νέους σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία παράξενη ανάμνηση. Ακούνε, διαβάζουν για την συγκεκριμένη επέτειο της 17ης Νοεμβρίου αλλά ανάθεμα και εάν γνωρίζουν τι πραγματικά έγινε εκείνες τις ημέρες σε έναν από τους ιερότερους Ναούς της Εκπαίδευσης. Δυστυχώς, οι πρωταγωνιστές είναι ακόμη πονεμένοι. Βλέπετε, μπορεί για κάποιους τα χρόνια να έχουν περάσει και να αναρωτιούνται μεγαλόφωνα «μα έχουν περάσει κιόλας σαράντα χρόνια» όμως για κάποιους άλλους οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές. Η ιστορία του Πολυτεχνείου και όσα έγιναν εκείνες της ημέρες εντός και εκτός του συγκεκριμένου χώρου δύσκολα μπορούν ακόμη και σήμερα να αποκωδικοποιηθούν. Το υποκειμενικό στοιχείο είναι πολύ έντονο για να πάρει τις κατάλληλες αποστάσεις και να πει με ψυχραιμία ανακαλώντας τη μνήμη για τα αίτια, τις αφορμές και κυρίως τις συνέπειες εκείνων των ημερών που στιγμάτισαν την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Ναι, η Χούντα έπεσε. Ναι, η Δημοκρατία αποκαταστάθηκε αλλά με ποιο τίμημα αλήθεια; Μήπως σήμερα πληρώνουμε το αίμα που έτρεξε εκείνα τα βράδια όχι μόνο εντός ή εκτός του Πολυτεχνείου αλλά και στους γύρω χώρους του;

Πόνος
Με αφορμή αυτά τα σαράντα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, από την αποφράδα βραδιά της 17ης Νοεμβρίου του 1973 όταν το τανκς παρέσυρε στο διάβα τα πάντα και μπήκε στο χώρο του Πολυτεχνείου, ζητήσαμε από Ναξιώτες που ήταν στους χώρους αυτούς να μας εκμυστηρευτούν εάν μπορούν στιγμές που χάραξαν το μυαλό τους για πάντα και θα τους συνοδεύουν σε κάθε τους κίνηση. Κάποιοι απάντησαν θετικά και προσπάθησαν μέσα σε λίγα λόγια να μεταφέρουν ένα κλίμα που μοιάζει τελείως διαφορετικό με τη σημερινή κοινωνία και μάλιστα δεν δίστασαν να προβούν σε συγκρίσεις. Κάποιοι άλλοι επέλεξαν την σιωπή. Ευχαρίστησαν για το ενδιαφέρον και έδωσαν ραντεβού σε μερικά χρόνια όταν οι «πληγές θα έχουν κλείσει και δεν θα πονάνε τόσο» μας είπε ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές που επιμένει να διατηρεί την ανωνυμία του. Έβαλε το χέρι στη καρδιά, χαμογέλασε και αρκέστηκε να δηλώσει «όταν είμαι σε θέση να μιλήσω για ότι έγινε, τότε μπορεί να γράψουμε και πάλι την ιστορία από την αρχή»… Φοβίζει λίγο δεν νομίζετε μία τέτοια δήλωση; Κι όμως δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ουκ ολίγοι από τους ανθρώπους που βρέθηκαν έστω και έξω από το Πολυτεχνείο, εμφανίστηκαν αργότερα ως πρωταγωνιστές και εξαργύρωσαν σε πολύ υψηλό αντίτιμο υπηρεσίες και αγώνες στους οποίους ενδεχομένως δεν ήταν καν παρόντες. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι είναι που σήμερα όχι απλά κυβερνούν την χώρα αλλά έχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο για ότι έχει συμβεί στην εποχή της Μεταπολίτευσης.

Αυθορμητισμός
Ένας από τους ανθρώπους που έζησε από κοντά την υπόθεση «Πολυτεχνείο» είναι ο νυν αντιδήμαρχος κ. Τοτόμης Πρωτονοτάριος. Μαζί με τον αδελφό του Νίκο (σ.σ. γιατρός κι αυτός σήμερα στη Νάξο), μαθητές της 6ης Γυμνασίου, στο περίφημο 3ο Γυμνάσιο Αθηνών (όπου άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του ως εκπαιδευτικός ο αείμνηστος Γιώργος Ζευγώλης) στους Αμπελόκηπους είχε ζήσει από πρώτο χέρι όλη την αγωνία και τη δίψα των ανθρώπων που μπήκαν εκείνες τις ημέρες στο Πολυτεχνείο αυθόρμητα με ένα και μοναδικό σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». Κανείς τότε δεν είχε μπει στο Πολυτεχνείο με σκοπό να γράψει ή να είναι μέρος της ιστορίας. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν απλά και μόνο να πιέσουν μία κυβέρνηση δικτατορίας ώστε να αλλάξει ρότα και σκοπό. «θέλαμε απλά να συμμετάσχουμε. Με τον αυθορμητισμό και τα νιάτα μας καθότι ούτε 18 ετών δεν είμαστε καλά καλά, το μόνο που θέλαμε ήταν να κάνουμε κάτι. Αυτό το «κάτι» ζητούσαμε. Μαζί με τον αδελφό μου το Νίκο είχαμε οργανώσει μία μεγάλη ομάδα 50 – 60 παιδιών από το σχολείο που πηγαίναμε καθημερινά τρόφιμα και φρούτα σε όσους ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Από το μεσημέρι της Τετάρτης, εάν θυμάμαι καλά, έως και την Παρασκευή κατεβαίναμε περπατώντας από τους Αμπελόκηπους στα Εξάρχεια και μεταφέραμε τρόφιμα. Η ανησυχία στο σπίτι έκδηλη αν και ουσιαστικά δεν ήξεραν που πηγαίναμε. Τα μπλόκα συνεχόμενα και όσο περνούσαν οι ώρες οι έλεγχοι γίνονταν όλο και πιο έντονοι. Θυμάμαι την Δαμανάκη με το μικρόφωνο στο χέρι αλλά η εικόνα που κρατάω πάντα στο μυαλό μου είναι η παρουσία κάθε λογής ανθρώπων στο χώρο του Πολυτεχνείου. Από εργάτες και οικοδόμους έως πανεπιστημιακούς. Όλοι μαζί σε ένα κοινό σκοπό. Να αλλάξουν κάτι. Κι εμείς από κοντά»

Διαφορετική
Από το απόγευμα της Παρασκευής η ένταση αυξάνονταν. Πολύ ξύλο από τους αστυνομικούς του γύρω χώρους και βέβαια δακρυγόνα. Φύγαμε από τη περιοχή προς την Ομόνοια όπου κρυφτήκαμε στο ραφείο ενός Απειρανθίτη, συγχωρεμένος σήμερα έως να καθαρίσει λίγο η ατμόσφαιρα. Στη συνέχεια μέσω της πλατείας Εξαρχείων φύγαμε προς το Πεδίο του Άρεως αλλά σίγουρα μία τέτοια κίνηση δεν ήταν εύκολη. Αλλά τα χρόνια τότε. Τις επόμενες ημέρες δεν μπορούσες καν να βγεις στο μπαλκόνι του σπιτιού σου. Μέναμε στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα και άκουγες τις σφαίρες να σφυρίζουν δαιμονισμένα. Η επέμβαση του στρατού ήταν αμείλικτη. Πολύ ξύλο…» Ο κ. Πρωτονοτάριος δεν διστάζει να απαντήσει «ναι εάν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω θα ήμουν και πάλι εκεί. Όμως, σήμερα η νέα γενιά είναι διαφορετική. Μάλλον έχει περάσει μία καλή ζωή και δεν έχει τις ανησυχίες που είχαμε τότε. Ναι ήμουν πολιτικοποιημένος, όπως όλοι άλλωστε. Όχι όμως κομματικοποιημένοι. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Η γενιά εκείνη του πολυτεχνείου που σήμερα κυβερνάει έχει σημαντικές ευθύνες για την κατάσταση στην Ελλάδα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν το Πολυτεχνείο για ίδιο όφελος και αυτό με ενοχλεί». Και καταλήγει λέγοντας «είχαμε την αίσθηση τότε ότι κάτι προσφέραμε κι εμείς. Έστω και κάτι μικρό. Τότε είχαμε ως στόχο την Ελευθερία, την καλύτερη παιδεία και το ψωμί. Σήμερα, έχουμε χάσει την Ελευθερία, η Παιδεία χάλασε και τι απέμεινε; Το ψωμί αλλά και αυτό ..σώνεται».

Κάγκελα
Ένας δεύτερος πρωταγωνιστής είναι ο Μανώλης Μανωλάς. Ένας άνθρωπος που έχει γράψει τη δική του ιστορία στην τοπική αυτοδιοίκηση της Νάξου και δη στην Ορεινή ως πρόεδρος της Κορώνου αλλά και με παράσημα όπως τη σύσταση της ΟΝΑΣ. Στο Πολυτεχνείο εκείνες τις «τρελές» μέρες του Νοεμβρίου του 1973 δεν μπήκε μέσα. Δεν χρειάστηκε γιατί πολύ απλά το σπίτι του ήταν δύο δρόμους πιο πάνω και μάλιστα πίσω από την περίφημη σε όλους οδού Μπουμπουλίνας. «δύο βήματα και ήμουν εκεί, στην καρδιά των γεγονότων». Ως επιχειρηματίας (σ.σ. κατασκευαστής) θυμάται την σκαλωσιά που του ξήλωσαν στην πολυκατοικία που έφτιαχνε στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα «είδα μία ολόκληρη σκαλωσιά να γίνεται αποκαΐδια καθώς είχαν μεταφέρει όλα τα ξύλα από τα πιο μικρά έως τα πιο μεγάλα στην Πατησίων στο ύψος της ΑΣΟΕ για αν τα κάψουν». Ουκ ολίγες φορές βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να πετάξει αντικείμενα στους αστυνομικούς που περνούσαν από κάτω με προορισμό το Πολυτεχνείο, ενώ η στιγμή που σίγουρα δεν θα ξεχάσει και έρχεται άμεσα στο μυαλό του είναι της μάνας του έξω από το Πολυτεχνείο «όχι δεν θα το ξεχάσω. Να είμαι μέσα στο Πολυτεχνείο, στα κάγκελα γαντζωμένος και να είναι η μάνα μου έξω και να με παρακαλάει να βγω γιατί θα με σκότωναν. Μου έλεγε «θα σε σκοτώσουν, βγες έξω». Αλλά εμείς εκεί. Νομίζω ότι ταιριάζει το «μας έκλαιγαν ζωντανούς οι μάνες μας» που είχε τραγουδήσει λίγο αργότερα ο Φλώριος όταν έγινε η επιστράτευση για την Κύπρο, μερικούς μήνες αργότερα. Ναι, εάν με ρωτήσεις ποια εικόνα θα κρατήσω είναι αυτή. Της μάνας μου αλλά και όλων των παιδιών που ήταν μέσα, οι οποίες παρακαλούσαν τα παιδιά τους να βγουν έξω. Για να μην τα σκοτώσουν».

Ξέσπασμα
Ο κ. Μανωλάς όπως αναφέραμε δεν κλείστηκε μέσα στο Πολυτεχνείο. Ναι μπήκε και βγήκε καθότι …γειτονόπουλο και «ότι γινόταν ήταν προϊόν αυθορμητισμού. Ενός ξεσπάσματος που είχε προέλθει από έναν μουδιασμένο λαό που είχε στερηθεί για χρόνια αρκετά πράγματα και όχι μόνο υλικά. Η κατάσταση ήταν όπως βλέπεις μία χύτρα που βράζει και αναζητεί τρόπο να εκτονωθεί μέσα από το σπάσιμο του καπακιού. Αυτό ήταν ουσιαστικά. Μία εκτόνωση ανθρώπων που ζητούσαν, διεκδικούσαν τα αυτονόητα. Και μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου δεν ήταν μόνο φοιτητές. Ήταν πλήθος διαφορετικών ανθρώπων κάθε ηλικίας, μόρφωσης και επαγγελμάτων». Ο κ. Μανωλάς όμως δίνει μία άλλη διάσταση λέγοντας «και σήμερα στο ίδιο σκηνικό βρισκόμαστε. Και σήμερα υπάρχει αυτή η ανάγκη για το ξέσπασμα. Το βλέπεις καθημερινά στις συζητήσεις με τους συνανθρώπους μας. Ένα σπίρτο χρειάζεται. Μία κουβέντα ανοίγει και αρχίζουν να εξωτερικεύουν τις σκέψεις τους. Όπως και τότε που ήταν μαγκωμένοι και μουγγοί. Αλλά το ξέσπασμα έγινε. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να γίνει και σήμερα»… 

ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΛΙΑΝΟΣ,

Ημερήσια Εφημερίδα των Κυκλάδων,

 Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013



Share/Bookmark

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Θρίαμβος στην Αλβανία



Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο ιταλικός στρατός προσέβαλε τις ελληνικές δυνάμεις σε όλη τη γραμμή των ελληνοαλβανικών συνόρων. Ο πόλεμος ήταν γεγονός. Για την ελληνική κοινή γνώμη δεν επρόκειτο ακριβώς για έκπληξη. Η Ιταλία από το 1935 και μετά είχε υιοθετήσει μια επιθετική πολιτική που έφερε τα στρατεύματα της στα πεδία μαχών της Αιθιοπίας και της Ισπανίας. Από τις 7 Απριλίου 1939, μετά την ιταλική απόβαση και την αιφνιδιαστική κατάληψη της Αλβανίας, οι δυνάμεις του Ντούτσε ήταν παρούσες στα Βαλκάνια και στα ελληνικά σύνορα. Η Ελλάδα αισθάνθηκε άμεσα απειλούμενη και, διακριτικά, άρχισε να προετοιμάζεται για την πιθανή εμπλοκή της ενάντια στην Ιταλία.
Αλβανία, 1940. Ιταλοί αιχμάλωτοι κατά την ώρα του συσσιτίου
(φωτ.: ΗΝΩΜΕΝΟΙ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΕΡ - Συλλογή Ν. Γ. Τσάγκαρη).
Στη συνέχεια, η έκρηξη του παγκόσμιου πολέμου, έφερε αυτές τις ανησυχίες σε δεύτερη μοίρα. Οι Έλληνες παρακολούθησαν από απόσταση, αλλά και με ολοένα και αυξανόμενη ανησυχία την τύχη της Πολωνίας, την κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας, τη σαρωτική προέλαση των Γερμανών στο δυτικό μέτωπο, στην Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Η κυβέρνηση του Μεταξά, προσπάθησε να κρατήσει τη χώρα στην ουδετερότητα, αν και ήταν σαφές ότι η τύχη της Ελλάδας στη νέα αναταραχή ελάχιστα εξαρτιόταν από τις επιλογές και τις προθέσεις μιας ελληνικής κυβέρνησης. Στις 10 Ιουνίου του 1940 η Ιταλία μπήκε και αυτή στην πόλεμο. Το ενδιαφέρον της στράφηκε προς την καταρρέουσα Γαλλία, πράγμα που έδωσε μερικές ανάσες και ελπίδες στην Ελλάδα, που όμως βρισκόταν εκ των πραγμάτων πλέον σε εμπόλεμη ζώνη. Άγγλοι και Ιταλοί άρχισαν να συγκρούονται στο Ιόνιο και στις θάλασσες της Κρήτης, που αποτελούσαν πέρασμα για τα ιταλικά τότε Δωδεκάνησα. Οι κατηγορίες προς την ελληνική πλευρά ότι βοηθούσε τους Άγγλους ή ότι τους επέτρεπε τη χρήση των χωρικών της υδάτων, άρχισαν να πυκνώνουν και μαζί τους οι προκλήσεις του ιταλικού ναυτικού και της αεροπορίας. Το αποκορύφωμα ήρθε στις 15 Αυγούστου, όταν το γηραιό εύδρομο «Έλλη» τορπιλίστηκε και βυθίστηκε έξω από το λιμάνι της Τήνου. Ελάχιστοι αμφέβαλαν για την ταυτότητα του δράστη, παρά την προσεκτική στάση των ελληνικών Αρχών. 
Οι λόγοι που οδήγησαν την ιταλική κυβέρνηση στην απόφαση για επίθεση ενάντια στην Ελλάδα είναι πολύπλοκοι. Η απόφαση πάρθηκε ξαφνικά, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες προετοιμασίες. Οφειλόταν μάλλον στην επαπειλούμενη ανατροπή των ισορροπιών μεταξύ των δύο εταίρων του Άξονα -μετά τη στρατιωτική εγκατάσταση των Γερμανών στη Ρουμανία- και στην προσπάθεια του Μουσολίνι να ανταποδώσει τα τετελεσμένα με τετελεσμένα. Γεγονός είναι ότι ο ιταλικός στρατός αιφνιδιάστηκε με την απόφαση περίπου όσο και οι αντίπαλοι του. Ο στρατός αυτός είχε επιστρατευθεί βιαστικά για να προλάβει να μετάσχει στον πόλεμο κατά της Γαλλίας. Στην επιστράτευση διαπιστώθηκαν τα μεγάλα του κενά, καθώς τα υλικά και οι εξοπλισμοί που απορροφήθηκαν από την έντονη εμπλοκή της Ιταλίας στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο δεν είχαν ακόμα αντικατασταθεί. Η ιταλική βιομηχανία, σε κατάσταση μόνιμης έλλειψης πρώτων υλών, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα εξοπλιστικά προγράμματα. Η έλλειψη εργατικών χεριών στη γεωργία και η απουσία ενός παραδοσιακού μετώπου οδήγησαν στην απόφαση για μερική αποστράτευση του ιταλικού στρατού. Η απόφαση βρισκόταν στο στάδιο της εφαρμογής στις 28 Οκτωβρίου, με σημαντικές επιπτώσεις στην ετοιμότητα των μονάδων. 
Δεκέμβριος 1940. Πορεία προς το Αργυρόκαστρο.
Ο ελληνικός στρατός, σε μια διαδρομή επιτυχιών - Πόγαδετς, Πρεμετή, Αγιοι Σαράντα, Δέλβινο - θα καταλάβει το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου
(Φωτ.: Συλλογή Μ. Γ. Τσάγκαρη).
Η κυβέρνηση του Μεταξά έδειξε προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο και αντέταξε άμεση και απόλυτη άρνηση στο ιταλικό τελεσίγραφο. Ο πόλεμος ήταν γεγονός. Η κοινή γνώμη βρέθηκε επίσης έτοιμη. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στα δυτικά μέτωπα, οι περισσότεροι είχαν εθιστεί στην ιδέα ότι το κακό θα έφθανε κάποτε ως εδώ, οι δε φανφαρονισμοί και οι προκλήσεις των Ιταλών είχαν εξαγριώσει τους Έλληνες. Η είδηση για τον πόλεμο έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, ενώ, αντίθετα, ελάχιστες ήταν οι αρνητικές αντιδράσεις. Το κλίμα βοήθησε πολύ στην ταχύτατη και χωρίς προβλήματα πραγματοποίηση της γενικής επιστράτευσης και στη συγκρότηση ενός στρατού εκστρατείας ανώτερου σε πολλά σημεία από τον αντίπαλο του. 
Ο αντίπαλος πραγματοποίησε την εισβολή με τον πλέον πρόχειρο τρόπο. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ακριβώς πίστευαν οι αξιωματούχοι του φασιστικού κόμματος όταν, στην περίφημη συνεδρίαση του Palazzo Venezia στις 15 Οκτωβρίου, αποφάσισαν και σχεδίασαν την επίθεση. Αν δηλαδή θεωρούσαν ότι οι πολιτικές αντιφάσεις στην Ελλάδα δεν θα επέτρεπαν την αποφασιστική αντίσταση ή αν πίστευαν τις διαβεβαιώσεις του επιτετραμμένου στα Τίρανα, Glacomoni, για επικείμενη εξέγερση των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας και των Ρουμανόβλαχων της Πίνδου. Γεγονός είναι ότι η επίθεση σχεδιάστηκε τυχοδιωκτικά και ξεκίνησε με δυνάμεις που κάθε άλλο παρά επαρκείς μπορούσαν να θεωρηθούν. Στο σημείο αυτό ίσως χρειάζονται κάποιες διευκρινίσεις.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 οι ιταλικές δυνάμεις στην Αλβανία δεν υπερέβαιναν τις 140.000 άνδρες, αριθμός που περιλάμβανε τα αστυνομικά σώματα, τους τελωνειακούς, τους σχηματισμούς Αλβανών εθελοντών κ.λπ. Οι μονάδες κρούσης πλησίαζαν τις 100.000 και από αυτούς ένα τμήμα βρισκόταν καθηλωμένο στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Σύμφωνα   με  τη   Διεύθυνση   Ιστορίας Στρατού του ελληνικού ΓΕΣ, στην πρώτη γραμμή της μάχης ο ιταλικός στρατός είχε υπεροχή απέναντι στην Ήπειρο (22 τάγματα, 61 πυροβολαρχίες, 2,5 συντάγματα ιππικού των Ιταλών, έναντι 15 ταγμάτων, 16,5 πυροβολαρχιών των Ελλήνων), στην Πίνδο (5 τάγματα, 6 πυροβολαρχίες έναντι 2 ταγμάτων, 1,5 πυροβολαρχίας), ενώ υστερούσε στη Δυτική Μακεδονία (17 τάγματα, 24 πυροβολαρχίες των Ιταλών έναντι 22 ταγμάτων και 22,5 πυροβολαρχιών των Ελλήνων). Τα στοιχεία αυτά όμως, δεν φαίνεται να περιλαμβάνουν τις σε μικρή απόσταση και σε κίνηση προς το μέτωπο ελληνικές δυνάμεις του δευτέρου κλιμακίου. Η ροή των ενισχύσεων στις επόμενες μέρες είναι δύσκολο να καταγραφεί με ακρίβεια, καθώς και από την μία και από την άλλη πλευρά οι μεγάλες μονάδες εμπλέκοντο στις επιχειρήσεις κλιμακωτά και σπασμωδικά, κατά τάγματα ή πυροβολαρχίες. Οπωσδήποτε όμως οι ελληνικές δυνάμεις απέκτησαν πολύ νωρίς, ίσως από τις 10 ή 15 Νοεμβρίου την πλήρη αριθμητική υπεροχή, που διατήρησαν τουλάχιστον ώς τις αρχές του 1941'. Σε κάθε περίπτωση, η εισβολή με 100.000 στρατό -όχι ιδιαίτερα σύγχρονο ή έστω καλά εξοπλισμένο- ενάντια σε μια χώρα επτά εκατομμυρίων ανθρώπων που προστατευόταν από δύσβατους ορεινούς όγκους και που μπορούσε να στρατεύσει και να εξοπλίσει ώς 400.000 στρατιώτες, δεν φάνηκε τότε και δεν φαίνεται σήμερα πολύ λογική υπόθεση. Η ιταλική ηγεσία δείχνει να παρασύρθηκε από την ίδια την ρητορεία της και επέλεξε την επικίνδυνη οδό του «πραξικοπηματικού εγχειρήματος» (του coup de main, colpo di mano) για να υποτάξει την Ελλάδα. 
Το ιταλικό σχέδιο πρόβλεπε δύο βαθιές διεισδύσεις. Στην Πίνδο, με στόχο το Μέτσοβο, ώστε να κοπεί ο δρόμος προς τη Θεσσαλία και να απομονωθεί η Ηπειρος , και στη Θεσπρωτία, με στόχο το λιμάνι της Πρέβεζας όπου θα μεταφέρονταν εφόδια και ενισχύσεις για τη συνέχιση της εκστρατείας. Στο κέντρο, προς τα Γιάννενα, μία -κατά το γερμανικό πρότυπο- ονομαζόμενη μεραρχία αρμάτων θα προχωρούσε προς τα Γιάννενα, ενώ προς την πλευρά της Μακεδονίας οι ιταλικές δυνάμεις θα κρατούσαν αμυντική στάση. Στην πράξη, όλες οι παραπάνω προθέσεις αποδείχθηκαν ανεφάρμοστες. 
Στην Πίνδο, η μεραρχία αλπινιστών Τζούλια, δέχτηκε στα πλευρά της ισχυρές ελληνικές επιθέσεις από την 1η κιόλας Νοεμβρίου. Κινδύνευσε να αποκοπεί και υποχώρησε γρήγορα προς την Κόνιτσα με σημαντικές απώλειες. Στη Θεσπρωτία, η «ραγδαία» προέλαση έκανε εννέα ολόκληρες ημέρες για να γεφυρώσει τον πλημμυρισμένο Καλαμά, χωρίς μάλιστα αντίσταση. Προχώρησε αργά ως την Παραμυθιά και το Φανάρι, όπου όμως είχε πλέον εξαντλήσει όλη τη δυναμική της. Στο κέντρο, τα ιταλικά «άρματα» τύπου «L», των δυόμισι ή τριών τόνων (!) αποδείχθηκαν ανίκανα να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τα πυρά πεζικού και πυροβολικού αλλά ακόμα και τη λάσπη των αγρών. Στην πλευρά της Μακεδονίας δε, η ελληνική πίεση εκδηλώθηκε από τις πρώτες κιόλας μέρες. 
Αλβανία, 1940. Ελληνες στρατιώτες ενώ επιχειρούν εξ εφόδου κατάληψη υψώματος
 (Φωτ.: Λάζαρος Ακερμανίδης).
Καθώς έφθαναν στο μέτωπο οι νεοεπιστρατευθείσες μονάδες του ελληνικού στρατού και ανέτρεπαν τους εύθραυστους συσχετισμούς ακόμα και στο μέτωπο της Θεσπρωτίας, η ιταλική υποχώρηση γενικεύθηκε, χωρίς όμως να μετατραπεί σε άτακτη φυγή, σε κλονισμό ή διάσπαση του μετώπου. Οι αριθμοί των αιχμαλώτων δεν έφθασαν εξάλλου σε σημαντικά επίπεδα. Οι αιτίες για την αδυναμία των Ελλήνων να εκμεταλλευθούν την αποτυχία των ιταλικών σχεδίων και τη δική τους αριθμητική υπεροχή, βρίσκονταν τόσο στο φυσικό περιβάλλον -που δυσκόλευε τη συγκέντρωση ισχυρών δυνάμεων σε ένα συγκεκριμένο σημείο, ώστε να επιδιωχθεί η διάσπαση του μετώπου και η καταστροφή του εχθρικού στρατού- όσο και στις στρατηγικές και τακτικές επιλογές των αντιπάλων. Η ιταλική τακτική συνίστατο στη δημιουργία ισχυρών σημείων στήριξης, που, σε συνδυασμό με την αριθμητική ανεπάρκεια και τη μορφολογία του ορεινού εδάφους, άφηναν αρκετά κενά που μπορούσαν να εκμεταλλευθούν οι Έλληνες για πλαγιοκοπήσεις και τοπικές επιτυχίες. Το πλήθος των τοπικών επιτυχιών δημιούργησε την εντύπωση στο ελληνικό επιτελείο ότι ήταν δυνατή η επίτευξη της νίκης με την τριβή του ιταλικού στρατού σε όλο το μήκος του μετώπου, με το σπρώξιμο δηλαδή του συνόλου της εχθρικής παράταξης, προς τα πίσω. Στην πράξη, αυτή η τακτική, που θύμιζε τις επιλογές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οδήγησε μεν σε εδαφικά κέρδη -τουλάχιστον μέχρι να αποκατασταθούν οι αριθμητικές ισορροπίες- δεν απείλησε όμως σε καμιά περίπτωση τον ιταλικό στρατό με αποφασιστική ήττα. 
Παρ' όλα αυτά, η ελληνική προέλαση, σε συνδυασμό με τις μικρές απώλειες στις πρώτες φάσεις του πολέμου, δημιούργησαν ένα κλίμα ενθουσιασμού και ευφορίας στα μετόπισθεν. Στις 22 Νοεμβρίου -με καθυστέρηση που οφειλόταν στην αδικαιολόγητη φοβία του ελληνικού επιτελείου για τα ιταλικά μηχανοκίνητα και στην επιλογή της προέλασης μέσα από ορεινούς όγκους- καταλήφθηκε η Κορυτσά, ενώ στις 23 δεν απέμεναν πλέον ιταλικές μονάδες σε ελληνικό έδαφος. Στις 8 Δεκεμβρίου καταλήφθηκε το Αργυρόκαστρο και ο πόλεμος μεταφέρθηκε βαθιά στο εσωτερικό της Αλβανίας. Σε συνδυασμό με τις βρετανικές επιτυχίες σε βάρος της Ιταλίας, την ίδια εποχή, η ελληνική κοινή γνώμη σχημάτισε την εντύπωση ότι ζει ημέρες θριάμβου και ότι τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα ελληνικά όπλα. Στην πραγματικότητα οι δυσκολίες του πολέμου μόλις άρχιζαν. 

Κορυτσά, 22 Νοεμβρίου 1940. Μετά την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό.
Ελληνες στρατιώτες στον εξώστη του Δημαρχείου (Φωτ.: Σπ. Χαλκίδης - Συλλογή Μ. Γ. Τσάγκαρη).
Τον Δεκέμβριο ο καιρός άρχισε να χαλά. Στα ορεινά της Αλβανίας όπου μαινόταν ο πόλεμος, ο χειμώνας δυσκόλεψε αφάνταστα τη ζωή των στρατιωτών, πρόσθεσε τα κρυοπαγήματα στις πολεμικές απώλειες και έκανε προβληματικές τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, οι ιταλικές ενισχύσεις δεν σταμάτησαν να έρχονται, παρά την άθλια κατάσταση των λιμανιών της Αλβανίας και τη γενική ανοργανωσιά του ιταλικού στρατού. Ως το τέλος του 1940 έφθασαν άλλες 150.000, που συμπλήρωσαν τα κενά και αποκατέστησαν σε κάποιο βαθμό τις ισορροπίες. Η διείσδυση και η πλαγιοκόπηση δεν ήταν πλέον εύκολα εγχειρήματα για τους Έλληνες φαντάρους. Το δε ελληνικό επιτελείο και ο αρχιστράτηγος Παπάγος εξακολουθούσαν να αγνοούν την ιδέα του κέντρου βάρους της προσπάθειας και να συντηρούν φοβίες σχετικά με την -ανύπαρκτη εξάλλου- τεχνική ανωτερότητα των Ιταλών (ιδέ άρματα μάχης). Η αλλαγή των συνθηκών φάνηκε στην αρχή του νέου χρόνου, όταν οι ελληνικές επιθετικές προσπάθειες στην Κλεισούρα και το Τεπελένι συνοδεύτηκαν από πολύ σοβαρές απώλειες. Παρ' όλα αυτά οι επιτυχίες -όπως η καταστροφή της μεραρχίας «Λύκοι της Τοσκάνης»- δεν έλειπαν ακόμη. Χρειάστηκαν να περάσουν λίγες ημέρες, να πιστοποιηθεί η αδυναμία κατάληψης του Τεπελενίου παρά τις τρομερές απώλειες, να τελματωθεί το μέτωπο μέσα στην κακοκαιρία αλλά και στην αμηχανία των εκατέρωθεν επιτελείων, για να συνειδητοποιηθεί το αδιέξοδο. 
Στις 28 Ιανουαρίου 1941, ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε και στη θέση του, διορισμένος από τον βασιλιά Γεώργιο ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Αλέξανδρος Κορυζής, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς πολιτική προϊστορία. Τις τύχες της χώρας και τις τύχες του πολέμου ανέλαβε ουσιαστικά το Παλάτι, ανοίγοντας αμέσως τις προοπτικές στενότερης συνεργασίας με την Αγγλία. Ήταν ένας τρόπος να αναζητηθούν διέξοδοι. Ο πόλεμος στα αλβανικά βουνά μπήκε έτσι στη δεύτερη φάση του.

Σημείωση:
1.       Το ελληνικό ΓΕΣ δεν δίνει στις εκδόσεις τον τους εκτιμώμενους συσχετισμούς της περιόδου της ελληνικής αντεπίθεσης, μετά την 13η Νοεμβρίου. Για την τελευταία αυτή ημερομηνία δίνει για τις ελληνικές δυνάμεις του μετώπου 232.000 άνδρες, 556 πυροβόλα, 100.000 κτήνη, έναντι 240.000 Ιταλών: αριθμός-ο τελευταίος-μάλλον υπερβολικός, καθώς η λογική δεν επιτρέπει να δεχθούμε την ενίσχυση των Ιταλών με 100 -120.00 άνδρες σε 12 ημέρες. Την ίδια ημερομηνία 60.000 Έλληνες στρατιώτες είχαν συγκεντρωθεί στα βουλγαρικά σύνορα και 13.000 στην Κρήτη (ΓΕΣ/ΑΙΣ, «Επίτομη ιστορία του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου, 1940 -1941», Αθήνα, ΔΙΣ, 1985, σελ. 64-65). Οι ιταλικές εκτιμήσεις -με σαφείς προθέσεις υπερβολής πάλι- μιλούν για μια σχέση 2,5 προς 1 σε βάρος τους στον τομέα της Ηπείρου (Cervi, «The Hollow Legions», σελ. 182). Επίσημα ιταλικά στοιχεία αναφέρονται σε 270.000 Ιταλούς στρατιώτες στην Αλβανία την 1η Ιανουαρίου 1941, από τους οποίους οι 200.000 στη ζώνη των επιχειρήσεων (Cervi, ό.π,. σελ. 196). Την ίδια εποχή οι ελληνικές δυνάμεις υπερέβαιναν τις 200.000 στη ζώνη τον μετώπου. 
2.       Η ιταλική αριθμητική υπεροχή έγινε σαφής τον Φεβρουάριο τον 1941 και σημαντική τον Μάρτιο. Αρχές Απριλίον, οι Ιταλοί στηνΑλβανία έφθασαν τις 520.000 (Cervi, ό.π.,σελ. 297-298), ενώ οι Έλληνες βρίσκονταν καθηλωμένοι στα επίπεδα των 240 - 250.00στρατιωτών.
του Γιώργου Μαργαρίτη,
Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας,

Πηγή: Η Ελλάδα τον 20ο Αιώνα, Η Ελλάδα 1940 - 1945, Αφιέρωμα «Επτά Ημέρες», της εφημερίδος «Καθημερινής» στις 14/11/1999.


Share/Bookmark

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος η 15η Σεπτεμβρίου

 
  Η Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος καθιερώθηκε με ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων στις 24 Σεπτεμβρίου 1998 και τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου. Την πρωτοβουλία είχαν τρεις βουλευτές με μικρασιατική καταγωγή, ο Γιάννης Καψής, ο Γιάννης Διαμαντίδης και ο Γιάννης Χαραλάμπους, οι οποίοι κατέθεσαν τη σχετική πρόταση νόμου στις 12 Μαΐου 1997. Στην εισηγητική έκθεση ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι: “Η κατάρρευση των ελληνικών δυνάμεων το 1922 στη Μικρά Ασία, οι σφαγές, λεηλασίες και η προσφυγιά που ακολούθησαν, αποτελούν το αποκορύφωμα μιας συστηματικής προσπάθειας εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου από τα χώματα της Μικρά Ασίας, που έβαλε τέρμα στην τρισχιλιετή παρουσία του στην πέραν του Αιγαίου Ελλάδα, μια περιοχή όπου αναπτύχθηκε η ωριμότερη φάση του ελληνικού πολιτισμού […] την τερατώδη αυτή γερμανική σύλληψη πρώτοι οι Νεότουρκοι ανέλαβαν να κάνουν πράξη. Και κοντά στις βάρβαρες ασιατικές μεθόδους του βίαιου εξισλαμισμού, του γενιτσαρισμού και των κατά τακτά διαστήματα φυλετικών εκκαθαρίσεων ήρθε να προστεθεί η τευτονική ψυχρή μεθοδικότητα με τη λειτουργία των περίφημων ταγμάτων εργασίας.»
  Αναμφισβήτητα, πρόκειται για τη πιο θλιβερή σελίδα στην παγκόσμια ιστορία και συνάμα αποτελεί μια εγκληματική πράξη, η γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από την τουρκική βία και τη βαρβαρότητα με την οποία διεξήχθη. Είναι ημέρα εθνικής μνήμης και πόνου και συγχρόνως ημέρα απόδοσης τιμής και χρέους στον Μικρασιατικό Ελληνισμό. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έπεσαν θύματα της τουρκικής αγριότητας και θηριωδίας, θυσιάστηκαν στο βωμό των γεωπολιτικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων και της αδιαφορίας των ισχυρών της γης. Καταλυτικό ρόλο βέβαια έπαιξαν σίγουρα και οι εγγενείς αδυναμίες της Ελλάδας που προήλθαν από τον Εθνικό διχασμό. Η ιστορία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ιστορίας του Ελληνισμού που δεν παραγράφεται και δεν λησμονιέται.
  Η αναγνώριση της γενοκτονίας την Ελλήνων της Μικράς Ασίας απαιτεί αφύπνιση της παγκόσμιας συνείδησης και εφαρμογής των οικουμενικών αρχών του δικαίου και της ηθικής. Είναι δε ευκαιρία για την Τουρκία έστω και σήμερα να αποδείξει το σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και την προστασία των δικαιωμάτων των λαών και των εθνοτήτων που ζουν στην επικράτεια της, αν πραγματικά επιθυμεί την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής πορείας.
  Κλείνοντας, ας σημειωθεί ότι για μας τους Έλληνες σήμερα η αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας είναι χρέος εθνικό και ιστορικό και παράλληλα δίδαγμα γνώσης και μνήμης πως τα έθνη και οι λαοί που δεν γνωρίζουν και δεν μαθαίνουν από την ιστορία τους είναι καταδικασμένοι να ξαναζήσουν τις πιο τραγικές σελίδες της ιστορικής τους πορείας. Και η ιστορία των δύσκολων χρόνων της εποχής εκείνης θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη γεωπολιτική μας θέση, τους κινδύνους, τις ευκαιρίες, αλλά και το σπουδαιότερο, τη δύναμη της εθνικής ενότητας που αποτελεί προϋπόθεση και κινητήρια δύναμη επιβίωσης και δημιουργικής πορείας του ελληνισμού στο ευμετάβλητο, ασταθές και δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον της περιοχής που ζούμε.

                                                                                                                         Κομνηνή Πολίτου                                                                                                                                  

Share/Bookmark

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης περί των σημερινών Ελλήνων



Οι ομιλούντες περί της ωραιότητος, του τύπου και της υπεροχής του πνεύματος φυλής τίνος, της ελληνικής λ.χ., δεν έχουσι βεβαίως υπ’ όψιν τους πολλούς, αλλά μόνον τας ευαρίθμους εξαιρέσεις από της διακρινούσης απανταχού του κόσμου την ανθρωπίνην πλειονοψηφίαν ηλιθιότητος και δυσμορφίας. Πληθύς μικροσκοπικών φωσφορούχων εντόμων, ων έκαστον είναι καθ’ εαυτό αλαμπές και αόρατον, καθιστά την θάλασσαν φαεινήν. Κατά τον αυτόν περίπου τρόπον, αι εκατοντάδες των ημετέρων συλλόγων, και αι χιλιάδες των ημετέρων ποιητών, συγγραφέων, ρητόρων, καθηγητών και δημοσιογράφων, χρησιμεύουσιν ίσως προς φωτισμόν τοϋ Ελληνισμού, λέγομεν δε ίσως, διότι είναι ζήτημα αν έκαστος τούτων παρέχη φως, έστω και όσον το του μικροσκοπικού εντόμου.
Η διάνοια του Έλληνος είναι αγρός, τον οποίον ούτος αφίνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι γνωρίζει ότι η δαπάνη της καλλιεργείας δεν ήθελε καλυφθή υπό του προϊόντος συγκομιδής. Προς τί λ.χ. να κοπιάση τις όπως γείνη ελληνιστής, κινδυνεύων ν’ αποθάνη της πείνης, ενώ γινόμενος κουμουνδουριστης δύναται ν’ απολαύση τον επιούσιον άρτον του και έδραν εν τω Πανεπιστημίω; Η, προς την εκπαίδευσιν και τα ελευθέρια επαγγέλματα, κλίσις των σήμερον Ελλήνων, πλησιάζει να καταντήση παροιμιώδης. Ο ακριβώς όμως εξετάζων το πράγμα, πείθεται δτι η φιλομάθεια αύτη του Έλληνος πολύ ομοιάζει την ευσέβειαν του εν Ιταλία χωρικού, όστις γίνεται καπουκίνος, ουχί όπως κατακτήση τον Παράδεισον, αλλά μόνον και μόνον όπως τρώγη χωρίς να σκάπτη. Εκ πάντων των ανθρώπων, ο Έλλην είναι ο μείζων έχων κλίσιν εις το να νομίζη εαυτόν μόνην αιτίαν παντός κύκλω του γινομένου θορύβου, ως ο μέθυσος εκείνος, όστις ούρων πλησίον βρύσεως έμεινεν εκεί όλην την νύκτα, νομίζων ότι εξ αυτού εκπορεύεται όλον το ύδωρ το όποιον ήκουε να τρέχη.
Από τίνος χρόνου, πολλοί παρ’ ημίν λόγιοι, μη αρκούμενοι να φωτίζωσι και να τέρπωσι τους συμπολίτας αυτών, ήρξαντο πέμποντες τα έργα των εν πρωτοτύπω ή μεταφράσει και εις τους Ευρωπαίους. Τούτο είναι περίπου το αυτό, ως ει εστέλλοντο κέδροι εις τον Λίβανον, πάγος εις την Σιβηρίαν ή γυναίκες εις την Κιρκασίαν. Ουδόλως ήθελε τις παραδοξολογήσει ισχυριζόμενος, ότι ο Βόλφιος, ο Έγελ, ο Χάρτμαν, ο Σπένσερ και ο Καρό ηδύναντο να ζήσωσι και ν’ αποθάνωσιν εν Ελλάδι απαρατήρητοι, ίσως δε και της πείνης, αν εστερούντο αρκούσης πολιτικής επιρροής, όπως αξιωθώσι να γίνωσι συνάδελφοι των κ.κ. Κοτζιά και Πυλαρινού. Πολλοί αποδίδουσι την παρ’ ημίν επικρατούσαν θεσιθηρίαν εις την πενίαν των σήμερον Ελλήνων, αλλά το κακόν προέρχεται μάλλον εκ του ότι και ο πτωχότερος των Ελλήνων κέκτηται στρέμμα τι αμπέλου, καλύβην, μικράν σύνταξιν, γωνίαν οικοπέδου ή άλλην οιανδήποτε κτήσιν, επιτρέπουσαν αυτώ να τρώγη ξηρόν άρτον και να θεσιθηρή εφ’ όλον το διάστημα του βίου του, όπως προμηθευθή εν οιονδήποτε προσφάγιον.
Ο μακαρίτης Δεληγεώργης, μου εξέθεσε πολλάκις την γνώμην του περί της Μεγάλης Ιδέας ως εξής: Ότι πριν σκεφθώμεν περί κατακτήσεως των επαρχιών της δούλης Ελλάδος, πρέπει να κατακτήσωμεν τας της ελευθέρας, απαλλάσσοντες αυτάς του ζυγού των επαρχιακών τυραννίσκων και φυγοδίκων.
Αν στενή ήναι η οδός του Παραδείσου, δεν είναι αφ’ ετέρου, όσον λέγεται πλατεία, εν Έλλάδι τουλάχιστον, η λεωφόρος της απωλείας. Πλείστους τω όντι άπαντα τις παρ’ ημίν καλούς άνθρώπους, έχοντας πάσαν προθυμίαν να γίνωσι ραδιούργοι, κόλακες, καταχρασταί, άτιμοι, λαθρέμποροι και συκοφάνται, όπως προαχθώσιν ή τουλάχιστον χορτασθώσι, και εν τούτοις καταδικαζομένους υπό της ασπλάγχνου ειμαρμένης εις ισόβιον τιμιότητα και πείναν.
Το ν’ ασχολήται τις εν Ελλάδι εις γενικά και απλώς θεωρητικά ζητήματα είναι περίπου το αυτό, ως ει χειρουργός, περικυκλούμενος υπό ηλικωμένων, αντί να μεταχειρίζηται την μάχαιραν και το πυρ κατά της σαπράς σαρκός, κατεγίνετο συντάσσων πραγματείας περί πυαιμίας και φαγεδαίνης. Τον ορεγόμενον να εκφράση την γνώμην του περί των πολιτικών ημών πραγμάτων εν πάση αμεροληψία και δικαιοσύνη, αποθαρρύνει πάντοτε ο εξής συλλογισμός, ότι αι παρατηρήσεις αυτού, όσον ορθαί και ακριβείς και αν ήναι, θέλουσιν έχει επί της πορείας των πολιτευομένων τόσην μόνον επιρροήν, όσην και αι παρατηρήσεις του κ. Κοκκίδου επί της πορείας των αστέρων. Κατά τας ημέρας των στηλιτικών, ήκουσα ξένον, γηράσαντα παρ’ ημίν, να εκφράζη την ακόλουθον γνώμην: «Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Βλαχία την ακρίδα, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας και η Ελλάς τους Έλληνας».
Περί των εν Ελλάδι γυναικών, δύναται τις να είπη ότι υπερέχουσι τους άνδρας κατά τούτο, ότι τα αθύρματα αυτών, ουδόλως είναι κατώτερα των αλλαχού γυναικείων. Όπως η Παρισινή, ούτω και η πλουσία Αθηναία δύναται να ενδυθή εσθήτα του Βορθ, να κρούση κύμβαλον του Εράρδου, να σύρηται υπό ρωσικών ίππων και να εκλέξη εραστήν μεταξύ του διπλωματικού σώματος. Τα ανδρικά όμως αθύρματα, η πολιτική, η επιστήμη, η στρατιωτική, φιλολογική ή άλλη οιαδήποτε φιλοδοξία, ουδέν άλλο είναι σήμερον εν Ελλάδι, η ελεεινή τις παρωδία των εν Ευρώπη τοιούτων. Η Αφροδίτη, ο κάλλιστος των αστέρων, ονομάζεται το πρωί Εωσφόρος, ίσως διότι αι γυναίκες, αι τοσούτον ωραίαι κατά την έναρξιν εσπερίδος, γίνονται το πρωί εκ του καμάτου, του καταρρεύσαντος ψιμμυθίου και των καταπεσόντων βοστρύχων άσχημοι ως ο Διάβολος. Ολίγοι υπάρχουν οι μη άπαξ τουλάχιστον κατά την διάρκειαν του βίου υποθέσαντες, ότι η Μοίρα δύναται να κόψη της ζωής των, ουχί όμως και του κατέχοντος αυτούς αισθήματος, το νήμα. Αλλ’ εν τούτοις η πείρα αποδεικνύει ότι εκ πασών των εγχειρήσεων, η μάλλον ακίνδυνος είναι η του αισθήματος αποκοπή.
Διπλωμάτης γυναικοθήρας, πλείστης τυχών εν Αθήναις εκτιμήσεως, παρετήρει μετά συγχωρητής εις ξένον άπορίας, ότι κατά τούτο διαφέρει των αλλαχού γυναικών η Ελληνίς, ότι πολύ περισσότερον του εραστού, αγαπά πάντοτε τον σύζυγον αυτής. Αν υπάρχωσι σχέσεις μετά γυναικών, ων η διάρρηξις κόπτει την όρεξιν και τον ύπνον επί τινάς ημέρας, πολύ συνηθέστερον των τοιούτων διαζυγίων αποτέλεσμα, είναι να αισθάνηται τις ανακούφισιν, οίαν ο προφήτης Ιωνάς, ότε εξήλθε της κοιλίας του κήτους. Όσοι απορούσι βλέποντες διακεκριμένον άνδρα προσηλούμενον πολλάκις εις γυναίκα πεζοτάτην, φαίνονται λησμονούντες ότι δεν έπεται εκ τούτου ούτε ότι την αγαπά, ούτε καν ότι τω αρέσκει, αλλά μόνον ότι καταφεύγει εις αυτήν, ως οι πυρέσσοντες εις την κινίνην.
Η μικρά διάνοια των γυναικών είναι πολύ προσφορωτέρα της ανδρικής προς ακριβή εκτίμησιν των μικρών ζητημάτων, διά τον αυτόν λόγον δι’ ον μικρά πλάστιγξ ζυγίζει τα μικρά πράγματα πολύ ακριβέστερον της μεγάλης. Το είδος έρωτος, ον εμπνέουσι γυναίκες τινές, νέαι, δροσεραί, εύσαρκοι, αναίσθητοι και ευήθεις, φαίνεται μοι κάπως συγγενεύον προς την ανθρωποφαγίαν. Έκαστον έθνος έχει ζών τι, το οποίον θεωρεί ως ακάθαρτον· οι Τούρκοι βδελύσσονται τους κύνας, οι Ιταλοί λέγουσι «ο χοίρος, με συμπάθειον», εν Ελλάδι δε ήκουσα πολλάκις χωρικούς λέγοντας: «Η γυναίκα μου, με συμπάθειον». Οι υπερκορεσθέντες των ρομαντικών συγκινήσεων της νεωτέρας φιλολογίας αρέσκονται έπειτα εις την παιδικήν αφέλειαν του Ομήρου, καθ’ ον περίπου τρόπον αγαπώσι και οι λάγνοι γέροντες τας αθώας κορασίδας.

Πηγή: http://www.pare-dose.net/


Share/Bookmark

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ενα χαμένο άγνωστο φιλμ με τους Πρόσφυγες του 1922 απο τη Σμύρνη

Βρέθηκε εκπληκτικό φιλμ ντοκουμέντο μετά από 86 χρόνια! Το φιλμ τράβηξε ο George Magarian, κατά την διάρκεια των γεγονότων της Σμύρνης.

Ο George Magarian, γεννημένος το 1895 σπούδασε στο “Αμερικανικό Κολλέγιο” στο Ικόνιο (Konya) της Τουρκίας. Αργότερα, διατέλεσε διευθυντής στο παράρτημα του Ικονίου της ΧΑΝ (Χριστιανική Αδελφότης Νέων) ή YMCA.

Αν και η YMCA δεν είναι φιλανθρωπική οργάνωση, την περίοδο των γεγονότων στη Μικρά Ασία, το 1922, οργάνωσε δομές ανακούφισης των θυμάτων της τραγωδίας αυτής. Ο George Magarian, την ίδια στιγμή που συμμετείχε στα γεγονότα αυτά, την ίδια στιγμή, με μια μηχανή 35 mm, κινηματογράφησε πολλές σκηνές της ανθρωπιστικής καταστροφής, στη Σμύρνη, στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη.

Οι συγκλονιστικές αυτές εικόνες παρέμειναν επί 86 χρόνια στο διαμέρισμα της συζύγου του, στη Νέα Υόρκη. Ολοι αγνοούσαν την ύπαρξή τους, έως ότου το 2008 ο εγγονός του βρήκε το μοναδικό αυτό ντοκουμέντο, το έσωσε από τη φθορά του χρόνου, και έτσι, είμαστε τώρα σε θέση να δούμε αυτά τα μοναδικά σπαράγματα της μνήμης.

ΠΗΓΗ: http://www.thessalonikiartsandculture.gr

Share/Bookmark

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Τα Λαυρεωτικά




Τα ορυχεία του Λαυρίου
Το 1864 ιδρύεται η εταιρεία «Roux-Serpieri-Fressynet C.E.» από τον ιταλό μεταλλειολόγο Τζιοβάνι Μπατίστα Σερπιέρι και τους γάλλους χρηματοδότες Roux και Fressynet, οι οποίοι στηριζόμενοι στη μελέτη του μεταλλειολόγου Ανδρέα Κορδέλλα για τον πλούτο του υπεδάφους της περιοχής αγοράζουν από τη Μονή Πεντέλης και την κοινότητα Κερατέας πάνω από 11.000 στρέμματα στην ευρύτερη περιοχή του Λαυρίου. Ο τόπος ήταν γνωστός από την αρχαιότητα για τα μεγάλα κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος και αργυρούχου μόλυβδου, αλλά τα μεταλλεία υπολειτουργούσαν για πολλά χρόνια.
Ουσιαστικά μιλάμε για την πρώτη μεγάλη εισβολή ξένου κεφαλαίου στη χώρα μας, που έθεσε το πλαίσιο λειτουργίας όλων των επερχόμενων «επενδύσεων»: παντελής αδιαφορία για το εργατικό δυναμικό και αποικιοκρατική λογική στις σχέσεις του με το ελληνικό κράτος. Η μεγάλη φτώχεια της εποχής οδηγεί ανθρώπους από όλη τη χώρα στο να εργαστούν στους ξένους που «δουλεύουν με μοντέρνα συστήματα».
Πράγματι, η εταιρεία προχωράει σε σημαντικές επενδύσεις, όπως διαμόρφωση της προβλήτας στο λιμάνι του Λαυρίου, διάνοιξη δρόμων κ.λπ., με το συνολικό ποσό που τοποθετεί στην περιοχή να φτάνει τα 15 εκατομμύρια δραχμές, νούμερο τεράστιο για την εποχή. Στην πράξη, όμως, θέτει τις βάσεις μιας οικονομικής αυτοκρατορίας με δομή οργανωμένης αλλά ασύδοτης αποικίας που θα έχει υπηκόους – δούλους και αφεντικά – δυνάστες.
Οι εργαζόμενοι στα μεταλλεία θυμίζουν δουλοπάροικους που έχουν μόνο υποχρεώσεις. Δουλεύουν μέρα – νύχτα σε άθλιες συνθήκες εργασίας, χωρίς κανένα εργασιακό δικαίωμα και χωρίς φυσικά καμία υγειονομική περίθαλψη ή σύνταξη. Όσοι καταφέρνουν να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα στις ανήλιαγες στοές, με τον καιρό καθίστανται άχρηστοι για οποιαδήποτε άλλη εργασία και πετιούνται στον δρόμο για να έρθουν οι επόμενοι. Και φυσικά η περιοχή του Λαυρίου κατακλύζεται από ένα σύννεφο μολύβδου, που έχει σαν αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να έχουν τα περισσότερα (αναλογικά με τον πληθυσμό) κρούσματα νεοπλασιών των πνευμόνων σε όλη τη χώρα.
Σαν να μην έφτανε η εκμετάλλευση του κόπου τους, η εταιρεία «φροντίζει» να πάρει πίσω τα ελάχιστα χρήματα που τους δίνει. Εισάγει για πρώτη φορά την πληρωμή σε εταιρικό νόμισμα που έχει αντίκρισμα μόνο σε μαγαζιά της εταιρείας στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα και αυτά τα λίγα χρήματα που δίνει στους εργαζόμενους να επιστρέφουν πάλι σε αυτή…
Στην επιφάνεια των τεράστιων αγορασμένων εκτάσεων βρίσκονταν διάσπαρτοι χιλιάδες τόνοι σκωριών και εκβολάδων του λαυρεωτικού υπεδάφους. Δηλαδή «φτωχού μεταλλεύματος» που επειδή από την αρχαιότητα μέχρι τότε δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί, σωριάζονταν σε μεγάλες ποσότητες που δημιουργούσαν ολόκληρους λοφίσκους. Τώρα όμως υπήρχε τρόπος αξιοποίησης αυτού του ανεπεξέργαστου θησαυρού και η εταιρεία προχώρησε στην άμεση εκμετάλλευσή του χωρίς φυσικά να ενημερώσει την πολιτεία.
Όταν αυτό έγινε αντιληπτό από τον κόσμο άρχισαν οι αντιδράσεις, που κορυφώθηκαν όταν στο «παιχνίδι» μπήκε η αντιπολίτευση του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, η οποία, θέλοντας να φθείρει την κυβέρνηση, άρχισε να διασπείρει φήμες ότι σε αυτές τις εκβολάδες υπάρχει χρυσάφι το οποίο η κυβέρνηση Κουμουνδούρου έχει παραχωρήσει στους ξένους. Άνθρωποί της μάλιστα περιφέρονταν στην πόλη έχοντας στα χέρια τους μετάλλευμα ανακατεμένο με χρυσόσκονη, πείθοντας σιγά σιγά τον λαό ότι στο Λαύριο βρισκόταν η λύση στα ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα του κράτους.
Μπροστά στην αυξανόμενη πίεση από αντιπολίτευση, κόσμο και εφημερίδες που είχαν μπει στο παιχνίδι, η κυβέρνηση υποβάλλει νομοσχέδιο τον Μάιο του 1871, που αναφέρει ότι οι εκβολές και οι σκωρίες του Λαυρίου θα αποτελούσαν πλέον κρατική περιουσία, διότι ως προϊόντα ανθρώπινης εργασίας δεν εντάσσονταν στον νόμο του 1861 «περί μεταλλείων».
Το αυτονόητο αυτό δικαίωμα της χώρας προκάλεσε την άμεση αντίδραση Ιταλίας – Γαλλίας που μέσω των πρεσβευτών τους στην Ελλάδα άρχισαν να εκτοξεύουν απειλές: «(…) αι δύο δυνάμεις ευρεθείσαι εις την ανάγκην θ? αντιτάξουν αλλαχού ή εις το συμβιβαστικόν πνεύμα της ελληνικής κυβερνήσεως τα μέσα προς διάσωσιν των συμφερόντων της ιταλογαλλικής εταιρείας». Οι πιέσεις από το εξωτερικό εντάθηκαν φτάνοντας μέχρι τις άμεσες απειλές της στρατιωτικής επέμβασης για την υπεράσπιση της εταιρείας…
Η υπόθεση είχε ξεφύγει από τα οικονομικά πλαίσια και είχε εξελιχθεί σε ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας, με αποτέλεσμα, όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, να ψάχνουμε τρόπο να… υποχωρήσουμε εθνικά υπερήφανα… Στο προσκήνιο υπήρχαν πύρινες δηλώσεις, όπως αυτή του τότε πρωθυπουργού (πλέον) Επαμεινώνδα Δεληγεώργη τον Ιούλιο του 1872:
«Η εν λόγω εταιρεία καρπούται τον πλούτον του Λαυρείου κυριαρχεί ανθ? ημών ούτε καν διοικούντων ένθα αυτή υπάρχει… αδικεί και υβρίζει ημάς… δεν υπάρχει αφορμή να κατακρίνωσιν ημάς αλλά μάλλον να εκπλαγώσι διά την ανοχήν μας οι ξένοι και μόνον εις το έθνος απόκειται ήδη να δρίνη, αν η ανοχή αυτή των κυβερνώντων εντελώς δικαιολογείται εκ του δυσκόλου των περιστάσεων».
Στο παρασκήνιο όμως αναζητούνταν λύση για την έξοδο από την κρίση και αυτή βρέθηκε το 1873 στο ελληνικό παροικιακό κεφάλαιο μέσω του εκπροσώπου της «Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως» Ανδρέα Συγγρού, που ανέλαβε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του Λαυρίου ιδρύοντας μια νέα εταιρεία. Έτσι, αντί 11.500.000 φράγκων δημιουργείται η Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργιών Λαυρίου, που υπογράφει σύμβαση με το Δημόσιο, στην οποία ανέφερε ότι θα του παραχωρούσε το 44% των καθαρών εσόδων της από την εκμετάλλευση του εδάφους της λαυρεωτικής γης.
Στην πράξη δηλαδή οι ξένοι πούλησαν αυτό που ο πολιτικός καιροσκοπισμός και η λαϊκή αφέλεια είχε φτάσει στα ύψη με την ανοχή της εταιρείας, ενώ οι ίδιοι κράτησαν στα χέρια τους το «φιλέτο» των απόλυτων δικαιωμάτων στο πλούσιο υπέδαφος της περιοχής.
Ο Ανδρέας Συγγρός, ζώντας για χρόνια στο εξωτερικό, εισάγει στη χώρα τα καινά δαιμόνια του χρηματιστηρίου σε έναν ανίδεο σε αυτά λαό, που ουσιαστικά ζει σε ένα πλαίσιο ημιφεουδαρχίας. Ο ίδιος λέει στα απομνημονεύματά του ότι επέστρεψε στην Ελλάδα για να εκμεταλλευτεί «την νηπιώδην κατάστασην του χρηματοοικονομικού κλάδου». Και τα καταφέρνει. Εκδίδει μετοχές της νέας εταιρείας και ο κόσμος παρασυρμένος από τη μακροχρόνια φημολογία περί αμύθητων θησαυρών του Λαυρίου, θεωρεί ότι αυτή είναι η ευκαιρία να αλλάξει η ζωή του για πάντα.
Αγοράζει μαζικά μετοχές και παρατηρούνται τα κλασικά φαινόμενα που οδηγούν μαθηματικά σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα «φούσκα». Πουλιούνται χωράφια, περιουσίες μετατρέπονται σε χαρτιά, χρήματα βγαίνουν από τα σεντούκια και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει καν χρηματιστήριο. Οι συναλλαγές γίνονταν στο (δεν είναι πλάκα) πατάρι του καφενείου… «Η ωραία Ελλάς» στη γωνία Ερμού και Αιόλου. Δηλαδή μπορούσες να παραγγείλεις έναν βαρύ γλυκό ή ένα «υποβρύχιο» μαζί με 20 μετοχές Λαυρίου.
Οι επιμελητές έκδοσης των απομνημονευμάτων του Συγγρού, Άλκης Αγγέλου και Μ. – Χ. Χατζηιωάννου, αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Ξαφνικά ένα κοινό ανίδεο από οικονομικά, και το οποίο μπορούσε συνεπώς εύκολα να παρασυρθεί από λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους, εμπλέκεται σε μια δίνη πολυειδών ψευδαισθήσεων με άμετρες προσδοκίες.
Ευκολόπιστοι και καλόπιστοι, αλλά και αφελείς οι Αθηναίοι κυρίως, πιστεύουν ότι είναι δυνατόν μια επιχείρηση αμελημένη εντελώς από την αρχαιότητα να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη επαγγελίας. Χωρίς να λάβουν καν υπόψη τους ότι εκείνος που είχε κινήσει όλη την υπόθεση ήταν ένας ξένος επιχειρηματίας, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να ταυτίσει τις προσωπικές του επιδιώξεις από την επιχείρηση με τις προσδοκίες των Ελλήνων».
Όπως ήταν φυσικό, αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Ο Συγγρός γνώριζε πολύ καλά ότι μπορεί από τις αρχαίες εκβολάδες να μην έβγαινε ποτέ χρυσάφι, αλλά μπορούσε να βγει από τη φημολογία, την υπερτίμηση μετοχών και την πώλησή τους όταν αυτές έφταναν στα ύψη. Και έτσι έκανε. Φυσικά επακολούθησε πανικός και τις ελπίδες για εύκολο πλουτισμό τις αντικατέστησαν χρεοκοπίες και η πρώτη μεγάλη μεταφορά πλούτου στην Ελλάδα από τη μεσαία και κατώτερη τάξη στο μεγάλο κεφάλαιο.
Η εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί μέχρι την πλήρη αξιοποίηση των εκβολάδων και των σκωριών το 1917, ενώ η ιταλογαλλική εταιρεία συνέχισε την εκμετάλλευση του υπεδάφους της περιοχής μέχρι το 1977. Σήμερα οι συναλλαγές μπορεί να μην γίνονται στο καφενείο «Η ωραία Ελλάς», αλλά πολλές δομές του χρηματιστηρίου ? όπως αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα ? διατηρούν την καφενειακή λογική.

ΠΗΓΗ:http://www.topontiki.gr/Pontiki/index.php?option=com_content&task=view&id=3403&Itemid=53


Share/Bookmark

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Ντοκουμέντο για τη Γενοκτονία των Ποντίων



Ντοκουμέντο για τη Γενοκτονία των Ποντίων
19 Μαΐου: Καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης με νόμο το 1994

Οι νεότουρκοι σε συνεργασία με τους Γερμανούς φανέρωσαν τους στόχους τους. Απέβαλαν τη μάσκα… από τις αρχές του 1914 υπό την καθοδήγηση του Γερμανού αρχιστράτηγου Liman Von Sanders άρχισαν συστηματικοί διωγμοί και εξορίες… Υπό το πρόσχημα στρατιωτικής επιταγής οι διωγμοί και εξορίες… Υπό το πρόσχημα στρατιωτικής επιταγής οι διωγμοί μεταβλήθηκαν σ’ εκατόμβες… Χιλιάδες εξοντώθηκαν στα περίφημα αμελέ ταμπουρού (τάγματα εργασίας)».
τάγμα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), τη φωτογραφία τράβηξε άγγλος διπλωμάτης και δείχνει Ποντίους στα κάτεργα  σε αθλία κατάσταση
Η έκθεση του Γάλλου αντιπλοιάρχου Ρολέν (Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, 9 Φεβρουαρίου 1919) σχετικά με τις εξελίξεις στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελεί μία από τις εκατοντάδες μαρτυρίες που συναντώνται στη διεθνή βιβλιογραφία και στα κρατικά αρχεία πολλών χωρών για το ειδεχθές έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίων των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αρχή της εχθρότητας
Παρά τις αρχικές διακηρύξεις για ισότητα και ισονομία οι Νεότουρκοι εθνικιστές αποφάσισαν -ήδη από 1911- να προχωρήσουν στη βίαιη ομογενοποίηση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να εφαρμόσουν ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης των γηγενών χριστιανικών πληθυσμών προχωρώντας παράλληλα στην τουρκοποίηση των μουσουλμάνων. Κατά αυτό τον τρόπο έθεταν τέλος σε μία μακραίωνη περίοδο οθωμανικής παράδοσης η οποία με σχετική ανοχή συγκροτούσε μια πολυεθνική αυτοκρατορία στηριγμένη στον προσδιορισμό με βάση την θρησκεία (σύστημα των μιλλέτ). Το «έθνος-κράτος» του 19ου και του 20ου αιώνα επρόκειτο να συγκροτηθεί πάνω σε μια εντελώς διαφορετική λογική κι έναν άλλο τύπο κοινωνικής οργάνωσης, όπου οι «μειοψηφίες» αντιμετωπίζονταν στην καλύτερη περίπτωση με καχυποψία και στη χειρότερη οδηγούνταν στο διωγμό και την εξόντωση.
οι σφαγές διενεργούνταν με το αίσθημα "εθνικής" υπερηφάνιας
Το ρευστό σκηνικό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όξυνε στο έπακρο την εχθρότητα μεταξύ των εθνοτήτων και πρόσφερε στον τουρκικό εθνικισμό τη χρυσή ευκαιρία να «τελειώσει» οριστικά το εθνικό ζήτημα. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκίνησαν από την Ανατολική Θράκη με βίαιες μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών. Ακολούθησε η Δυτική Μικρά Ασία με τον πρώτο διωγμό του 1914.
Η ήττα της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησε ελπίδες για χειραφέτηση των υπόδουλων λαών. Με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920) δημιουργείτο η Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και πραγματώνονταν σε μεγάλο βαθμό το όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Παρόμοια, Κούρδοι και Αρμένιοι για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία τους θα αποκτούσαν εθνική στέγη. Τον Μάιο 1919 ο ελληνικός στρατός αποβιβαζόταν στη Σμύρνη και σταδιακά έθετε υπό τον έλεγχο του εκτεταμένες περιοχές στη Μικρά Ασία. Τις ίδιες σχεδόν ημέρες ο Μουσταφά Κεμάλ έφθανε στη Σαμψούντα για να επιθεωρήσει τη συμμόρφωση του τουρκικού στρατού στους όρους της ανακωχής με τους νικητές-συμμάχους.
Η ελληνική πολιτική με κύριο εκφραστή της έως το 1920 τον Ελευθέριο Βενιζέλο επικέντρωσε την προσοχή της στη βορειοδυτική Μικρά Ασία (περιοχή της Σμύρνης) καθώς ήταν ιδιαίτερα δύσκολη η διεκδίκηση του απομακρυσμένου πόντου. Αυτό ουσιαστικά σήμαινε την εγκατάλειψη του Πόντου παρά την ύπαρξη πολυπληθούς και συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή και παρά τις εκκλήσεις και τα υπομνήματα των τοπικών εκκλησιαστικών και κοινοτικών αρχών.

Η Γενοκτονία
Ομάδα ενόπλων Ποντίων
Στην Τραπεζούντα, ο μητροπολίτης Χρύσανθος λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία του ελληνικού κράτους να συνδράμει αποφασιστικά την υπόθεση του Πόντου εφάρμοσε μια πού πιο σύνθετη πολιτική. Παράλληλα, αντάρτικα ένοπλα σώματα, κυρίως στο δυτικό Πόντο, προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να προστατέψουν τους Έλληνες από την επιθετικότητα των μουσουλμάνων. Τα αιτήματα ωστόσο του Ποντιακού Ελληνισμού για πλήρη ανεξαρτησία ή ακόμη και δημιουργία συνομοσπονδίας με το ανεξάρτητο αρμένικο κράτος έπεσαν στο κενό. Η «Δημοκρατία του Πόντου», στη νοτιοανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, παρέμεινε ένα κράτος στα χαρτιά.
Στο πλαίσιο ενός επιθετικού εθνικιστικού κινήματος, με κύριους εκφραστές τον Κεμάλ και τον τοπικό οπλαρχηγό Τοπάλ Οσμάν, οι κινήσεις των Ελλήνων στην περιοχή και οι ελληνικοί διπλωματικοί σχεδιασμοί αντιμετωπίστηκαν με τον πλέον ριζικό τρόπο: εκτοπίσεις, εκτελέσεις, φυλακίσεις, δημεύσεις, βασανιστήρια, φόνοι, βίαιοι εξισλαμισμοί, πυρπολήσεις περιουσιών.
η μαρτυρική πορεία ελληνικών πληθυσμών στην έρημο της Ανατολίας κατέληγε στο θάνατο
Η προαποφασισμένη από τους Νεότουρκους εθνική εκκαθάριση ολοκληρώθηκε με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ιωνία, τις σφαγές και την πυρπόληση της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922 και την υπογραφή της αναθεωρητικής Συνθήκης της Λωζάννης (1923). Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών σήμαινε το τέλος της επί 28αιώνες παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή. Περίπου ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες από την Μικρή Ασία κατέφυγαν στην Ελλάδα, όπου μεταλαμπάδευσαν το δημιουργικό τους πνεύμα και εποίκισαν τις «Νέες Χώρες».

Ημέρα μνήμης
Η γενοκτονία, η μαζική δολοφονία ανθρώπων εξαιτίας της ιδιαίτερης πολιτισμικής και εθνοτικής τους ταυτότητας, δεν αποτελεί ένα περιορισμένο γεωγραφικά και χρονικά γεγονός. Στο πλαίσιο ενός άκρατου εθνικισμού συνιστά μία πολιτική αντιμετώπισης στοχευμένων πληθυσμιακών ομάδων από αδιάλλακτες εξουσίες, που είτε επιδιώκουν την ομογενοποίηση του χώρου που ελέγχουν (όπως στην περίπτωση των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής), είτε επιδιώκουν τη μεταφορά κεφαλαίων από τα θύματα στους θύτες (όπως το Ολοκαύτωμα των Εβραίων). Η περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τις άλλες γενοκτονίες και κυρίως με αυτές σε βάρος των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως των Αρμενίων και των Ασσυρίων – Αραμαίων.
Η εξόντωση των Χριστιανών της Τουρκίας ήταν μια οργανωμένη σφαγή, η οποία έγινε σε μεγάλη κλίμακα και διαπράχθηκε πολύ πριν από την αποβίβαση Ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη
Με νόμο του το 1994 το ελληνικό κράτος καθιέρωσε τη 19η Μαΐου ως συμβολική Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου καθώς την ημέρα εκείνη ο Κεμάλ έφτασε στην Σαμψούντα και ξεκίνησε η δεύτερη και αγριότερη φάση της σφαγής. Για τους Τούρκους η ημέρα αυτή αποτελεί γιορτή καθώς δεν έχουν αναγνωρίσει τις γενοκτονίες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και οι Κεμαλικοί, παρόλο που επιβεβαιώνονται και από οθωμανικά έγγραφα. Τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα, ωστόσο, ζητούν έως σήμερα ιστορική δικαίωση.

της Βασιλικής Λάζου, Δρ. Ιστορίας, άρθρο στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» του Σαββάτου 11 Μαίου 2013, σελ. 15.







Share/Bookmark

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Σαν σήμερα (187 χρόνια πριν) πραγματοποιήθηκε η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου – Αναλυτική παρουσίαση του χρονικού της πολιορκίας και της ηρωικής εξόδου



Ή δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου και η ηρωική έξοδος (11 Απριλίου 1826)

Η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου άρχισε στις 15 Απριλίου 1825. Ενώ ακόμη ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς με τον στόλο του έπλεε προς την Μεσσηνία για να αποβιβάσει στρατεύματα για να πλήξει τον επαναστατημένο Μοριά, τα τουρκικά στρατεύματα της Στερεάς υπό τον πασά της Ρούμελης Μεχμέτ Ρεσήτ, τον επονομαζόμενο Κιουταχή, με 30.000 άνδρες στρατοπέδευαν έξω από το Μεσολόγγι, ενώ ο τουρκικός στόλος υπό τους Χοσρέφ και Γιουσούφ πασάδες απέκλειε την λιμνοθάλασσα. Η δύναμη των υπερασπιστών του Μεσολογγίου ανερχόταν μόλις σε 4.000 ενώ στην πόλη είχαν συγκεντρωθεί και 8.000 άμαχοι.
Οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν έξω από το Μεσολόγγι και έσκαψαν τάφρο για την ασφάλεια του στρατοπέδου τους. Ο Κιουταχής φρόντισε να εξασφαλίσει την θέση του από πιθανή απειλή. Με το ιππικό ήλεγχε το Βραχώρι και τη γύρω περιοχή, ενώ επίσης τοποθέτησε φρουρές στα περάσματα του Μακρυνόρους. Από τις 20 Απριλίου οι Τούρκοι άρχισαν να σκάβουν τις νύχτες χαρακώματα παράλληλα προς τα οχυρώματα της πόλης πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τις θέσεις των Μεσολογγιτών, και παράλληλα φρόντιζε με συνεχείς κανονιοβολισμούς να καταπονεί τις αμυντικές θέσεις των Ελλήνων. Αλλά και οι πολιορκημένοι φρόντιζαν να σκάβουν πίσω από το εξωτερικό περιτείχισμα εσωτερικές τάφρους και χαρακώματα, ενώ κατά διαστήματα επιχειρούσαν αιφνίδιες επιδρομές στις τουρκικές θέσεις προξενώντας στον εχθρό σύγχυση και πολλές απώλειες. Παράλληλα, ο Καραϊσκάκης και ο Κίτσος Τζαβέλας με 3.000 άνδρες στρατοπέδευσαν στην Δυτική Στερεά, κοντά στο αποκλεισμένο Μεσολόγγι. Η είδηση αυτή ενθάρρυνε τους πολιορκημένους. Η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό από θαλάσσης (υπήρχαν 40 τούρκικα πλοία και 36 κανονιοφόροι που έπλεαν στην λιμνοθάλασσα με σκοπό να αποκόψουν την επικοινωνία του Βασιλαδίου με το Μεσολόγγι) πέτυχε και έτσι επτά υδραίϊκα πλοία αποβίβασαν στο Μεσολόγγι τρόφιμα και πολεμοφόδια.
Το σχέδιο του Κιουταχή ήταν να γεμίσει σε τέσσερα σημεία τις τάφρους του ελληνικού περιτειχίσματος και να εξαπολύσει γενική επίθεση. Οι Έλληνες  από κάποιους Τούρκους αιχμαλώτους που είχαν συλλάβει στις συνήθεις νυχτερινές εξόδους επιδρομές που έκαναν, πληροφορήθηκαν τα σχέδια του Κιουταχή. Οι Τούρκοι μέσα στον Ιούλιο επανειλημμένως έπληξαν τους προμαχώνες του Μπότσαρη, Τερρίμπιλε, Μακρή και Νόρμαν, ισοπεδώνοντας τους και προκαλώντας σοβαρά ρήγματα στο περιτείχισμα της πόλης και μεγάλες απώλειες στους υπερασπιστές της. Ωστόσο, οι Έλληνες στις συνεχείς προτάσεις του Κιουταχή για παράδοση της πόλης με όρους απήντησαν αρνητικά λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ''τα κλειδιά του Μεσολογγίου είναι στις μπούκες των κανονιών μας κρεμασμένα'' (σε μία σύγχρονη εκδοχή και παράφραση του ''Μολών λαβέ'' του Λεωνίδα και των αρχαίων Σπαρτιατών).
η πολιορκία του Μεσολογγίου
Το ξημέρωμα της 21ης Ιουλίου οι Τούρκοι ανατίναξαν τον προμαχώνα Τερρίμπιλε και εξαπέλυσαν γενική έφοδο με 24.000 άνδρες, ενώ ο τουρκικός στόλος βομβάρδιζε τις ελληνικές θέσεις. Οι Έλληνες που από την νύχτα παρακολουθούσαν τις τουρκικές προετοιμασίες ήσαν έτοιμοι. Στο πρώτο κύμα της τουρκικής επιθέσεως οπισθοχώρησαν στους εσωτερικούς προμαχώνες (εσωτερική αμυντική γραμμή) και οι Τούρκοι κατόρθωσαν να περάσουν την πρώτη τάφρο . Ωστόσο, το πρώτο αυτό απεκρούσθη επιτυχώς όπως και το δεύτερο κύμα επιθέσεως αφήνοντας οι Τούρκοι μετά από σκληρή μάχη δυόμισι ωρών 1.500 νεκρούς και τραυματίες στο πεδίο ενώ οι ελληνικές απώλειες ήσαν μικρές. Παράλληλα, μήνυμα του Καραΐσκάκη προς τους πολιορκημένους και η αποκατάσταση επικοινωνίας των Μεσολογγιτών με τον θρυλικό οπλαρχηγό που πλησίαζε με τον στρατό του αναπτέρωσε τις ελπίδες των πολιορκημένων.
Παρά ταύτα, οι δυσκολίες στην πόλη αυξάνονταν και τα τρόφιμα άρχισαν να λιγοστεύουν. Στις 23 Ιουλίου ο ελληνικός στόλος εισήλθε στην λιμνοθάλασσα, καταναυμάχησε τα τουρκικά πλοία και αποβίβασε τροφές και πολεμοφόδια στο Βασιλάδι. Στις 25 Ιουλίου τα ελληνικά πλοία επέστρεψαν και κατάφεραν να νικήσουν τα εχθρικά πλοιάρια που έπλεαν στην λιμνοθάλασσα αποκαθιστώντας την επικοινωνία του  Βασιλαδίου με το Μεσολόγγι. Παράλληλα, την ίδια βραδιά οι Μεσολογγίτες σε συνεννόηση με τον Καραϊσκάκη επεχείρησαν συντονισμένη έξοδο ενώ οι Καραϊσκάκης, Κ.Τζαβέλας και Χρ. Φωτομάρας απ' έξω με 400 άνδρες διέσπασαν τις τουρκικές γραμμές. Ωστόσο το σχέδιο να εκμηδενίσουν τις δυνάμεις του Κιουταχή απέτυχε εμπρός στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού. Η όλη επιχείρηση απέτυχε, προξένησε όμως μεγάλες απώλειες στον εχθρό, 2.000 περίπου νεκρούς και τραυματίες. Οι συνεχείς αποτυχίες των Τούρκων, οι μεγάλες απώλειες, οι παρενοχλήσεις από τον Καραϊσκάκη και η έλλειψη εφοδίων είχαν κάμψει το ηθικό των Τούρκων, όχι όμως και την θέληση του Κιουταχή. Ο αγώνας τώρα επικεντρωνόταν σε αψιμαχίες στα χαρακώματα και τους προμαχώνες και στο σκάψιμο υπόγειων αντιχαρακωμάτων (''λαγουμιών'') από τους Έλληνες που ανατίναζαν έτσι τα τουρκικά χαρακώματα. Την επιτυχή αυτή μέθοδο εφάρμοζαν ο μηχανικός Κοκκίνης  και οι περίφημοι ''λαγουμιτζήδες'' Παν. Σωτηρόπουλος και Κώστας Χαρμοβίτης ή ''λαγουμιτζής''.
Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872)
Το ηθικό των πολιορκημένων , παρά τις δυσκολίες, ήταν υψηλό, και το πάθος τους να αγωνισθούν ακατάβλητο. Ιδού πως περιγράφει την κατάσταση ο Κασομούλης στα απομνημονεύματά του: ''η φρουρά είχε συνηθίσει να βαστά το τσαπί, το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι…να τρέχη από τον πόλεμον εις την εργασίαν, και από την εργασίαν εις τον πόλεμον…Αξιωματικοί στρατιώται αμίμητοι διά την καρτερίαν, αμίμητοι διά την αφοβίαν, διά την κακοπάθειαν και κόπους, αμίμητοι διά την ομόνοιάν των τότες…ημπορούσες να τους παρομοιάσης με τα πλέον άγρια ζώα, τα πλέον τρομερά και σκληρά την ώραν του πολέμου με τους εχθρούς, και αγγέλους αναμεταξύ των. Τον πληγωμένον τον έπαιρναν αμέσως πέντε-δέκα σύντροφοί του, τον συνόδευαν χαιρόμενοι…Πνιγμένοι αξιωματικοί και στρατιώται, εις τον καπνόν και εις τον κονιορτόν, εις τον ιδρώτα, και από την πυρίτιδα αλειμμένοι το πρόσωπον και χείρας, με βραχνιασμέναις φωναίς, μόλις εγνώριζες τον φίλον σου και τον διέκρινες εις τον πόλεμον…όλοι οι στρατιώται εφαίνοντο να γυρίζουν μέσα ατρόμητοι, ωσάν λέοντες κλεισμένοι, οι οποίοι ζητούν να ορμήσουν, να ξεσχίσουν, να απολέσουν. Όλοι ζητούσαν εξόδους, και ένας να έκαμνεν κίνημα έκτακτον, ήτον ικανός να κινήση όλους από άμιλλαν, και να γίνουν θαύματα''. Οι περισσότεροι Έλληνες έπασχαν από δυσεντερία, αλλά είχαν την προσοχή τους μόνον στην υπεράσπιση του φρουρίου αδιαφορώντας για τον εαυτό τους.
Στους επόμενους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο ο συνεχής βομβαρδισμός είχε γκρεμίσει τους περισσότερους ελληνικούς προμαχώνες αλλά η αντίσταση εξακολουθούσε. Μάλιστα, στις 7 Αυγούστου έφθασαν στο Μεσολόγγι ενισχύσεις, 1.200 άνδρες με τους Κ.Τζαβέλα, Χρ. Φωτομάρα και Γεωργάκη Βαλτινό, και μικρότερες ενισχύσεις τον μήνα Σεπτέμβριο. Αντιθέτως, στο εχθρικό στρατόπεδο η έλλειψη τροφίμων και οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν πλήξει το ηθικό των Τούρκων, και ουσιαστικά τους είχαν αδρανοποιήσει. Ο πολιορκητικός κλοιός είχε χαλαρώσει και έτσι στις 26 Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης εισήλθε στο Μεσολόγγι, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Καραϊσκάκης σε συνεννόηση με τον Δημ. Μακρή αποφάσισαν να κάνουν συντονισμένες επιθέσεις και να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές. Θα υπήρχε η δυνατότητα οι Έλληνες να διασκορπίσουν τον στρατό του Κιουταχή εάν οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Στερεάς με τον Κ.Μπότσαρη συντόνιζαν την δράση τους με τον Καραϊσκάκη. Όμως κάποιες διχογνωμίες και έλλειχη συντονισμού οδήγησαν τους Έλληνες σε αδράνεια και αναμονή. Αλλά και ο Κιουταχής τηρούσε στάση αναμονής περιμένοντας να φθάσουν ο Ιμπραήμ και οι Αιγύπτιοι από την Πελοπόννησο.
Οι πολιορκημένοι εκμεταλλεύθηκαν το διάστημα αυτό για να επισκευάσουν τα οχυρώματα, να ξανανοίξουν τις τάφρους και να φτιάξουν τους προμαχώνες. Ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ εμψύχωνε και παρακινούσε τον λαό και τους στρατιώτες στα οχυρωματικά έργα. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες. Τότε οχυρώθηκαν τα νησάκια Κλείσοβα και Ανεμόμυλος. Από τις 12 Δεκεμβρίου η πολιορκία έμπαινε σε νέα φάση με την άφιξη του αιγυπτιακού στρατού και στόλου. Η πολιορκία έβαινε στον έννατο μήνα και οι πολιορκημένοι ήσαν καταπονημένοι από τις μάχες και την έλλειψη τροφίμων. Παρά ταύτα η μαχητικότητά και η αποφασιστικότητα να πολεμήσουν και είτε να νικήσουν είτε να θυσιασθούν μαχόμενοι έδειχνε το πνεύμα ηρωισμού και αυτοθυσίας που διέκρινε τους υπερασπιστές της πόλης, αυτούς τους ελεύθερους πολιορκημένους που παρά τον εχθρικό κλοιό παρέμενα ελεύθεροι και αδούλωτοι στο φρόνημα. Οι πολεμιστές είχαν γίνει σκιά του εαυτού τους, και η πόλη είχε γίνει ερείπια από τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Τρόφιμα δεν υπήρχαν, σπίτια ελάχιστα παρέμειναν όρθια και από τα χαλάσματα έπαιρναν υλικό για να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.
Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έφθασε στο Μεσολόγγι στις 26 Δεκεμβρίου και με υπεροπτικό και αλαζονικό ύφος περιγέλασε τον Κιουταχή γιατί για εννέα μήνες δεν είχε κατορθώσει να καταλάβει αυτόν τον ''φράχτη'' (υποννοώντας την ελλειπή οχύρωση του Μεσολογγίου) ενώ ο ίδιος με τους 10.000 Αιγυπτίους του θα το κατόρθωσε μέσα σε 15 ημέρες. Ο Κιουταχής άφησε την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Ιμπραήμ. Ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν επιδοθεί σε συνεχή βομβαρδισμό, στις αρχές Ιανουαρίου 1826 ο Αθαν. Κουτσονίκας με 600 άνδρες ενίσχυσαν την φρουρά του Μεσολογγίου ενώ και 25 ελληνικά πλοία υπό τον ναύαρχο Μιαούλη έσπασαν τον ναυτικό κλοιό και αποβίβασαν τρόφιμα και εφόδια στο Βασιλάδι και το Μεσολόγγι. Ωστόσο, καθώς ο Μιαούλης αντιμετώπιζε ελλείψεις σε τρόφιμα και χρήματα αναγκάσθηκε στο τέλος Ιανουαρίου να αναχωρήσει.
Στο Ναύπλιο, έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως, ο πληρεξούσιος του Μεσολογγίου Σπυρ.Τρικούπης και απεσταλμένοι από τους αγωνιστές της πόλης παρουσίασαν την τραγική κατάσταση και την επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η πόλη με χρήματα και τρόφιμα. Διετάχθη η διενέργεια εκτάκτου εράνου για την συγκέντρωση χρημάτων ώστε να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να εξοπλισθεί και να πλεύσει στο Μεσολόγγι με τα απαραίτητα εφόδια. Σημειώθηκαν όμως δυσκολίες και καθυστερήσεις στην συγκέντρωση των χρημάτων , και όταν είχε μαζευτεί το απαιτούμενο ποσό, τα ελληνικά πλοία ήσαν έτοιμα μόλις στα μέσα Μαρτίου να αποπλεύσουν. Ήταν όμως αργά, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός του Μεσολογγίου είχε γίνει ασφυκτικός και η πόλη ζούσε τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας. Παράλληλα με την ελληνική κυβέρνηση κινητοποιήθηκαν για την συγκέντρωση χρημάτων και οι Έλληνες του εξωτερικού και οι φιλελληνικοί κύκλοι της Ευρώπης. Υπό τις συνεχείς εκκλήσεις του μητροπολίτου Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας , του Καποδίστρια και του Ελβετού φιλέλληνος Εϋνάρδου συγκεντρώθηκε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που δεν πρόφθασε να φθάσει στο Μεσολόγγι, γιατί η πόλη είχε ήδη καταληφθεί από τους Τούρκους.
Οι Αιγύπτιοι με τα κανόνια τους και υπό την καθοδήγηση Γάλλων αξιωματικών του πυροβολικού είχαν προκαλέσει με συνεχείς βομβαρδισμούς ρήγματα στους προμαχώνες της πολύς και πολλά θύματα ιδίως μεταξύ των αμάχων. Όλος ο Φεβρουάριος κύλησε με σκληρές μάχες σώμα με σώμα, ενώ ο Ιμπραήμ συνέχισε να ανοίγει χαρακώματα και προμαχώνες σφίγγοντας περισσότερο τον κλοίο της πολιορκίας. Στις 25 Φεβρουαρίου οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν το Βασιλάδι και τρεις μέρες αργότερα τα άλλα δύο νησάκια, τον Ντολμά και τον Πόρο, που αποτελούσαν το προπύργιο της άμυνας του Μεσολογγίου από την πλευρά της λιμνοθάλασσας. Τα νησάκια κυριεύθηκαν παρά την ηρωική αντίσταση της φρουράς τους (350 άνδρες) που σχεδόν όλοι σκοτώθηκαν, μαζί με τον αρχηγό τους, στρατηγό Γ. Λιακατά. Αμέσως έπεσε και το Αιτωλικό στα χέρια των εχθρών αφαιρώντας από τους πολιορκημένους το προγεφύρωμα της χερσαίας τους άμυνας. Τώρα, η μόνη ελπίδα για την πόλη θα ήταν η άφιξη του ελληνικού στόλου η οποία καθυστερούσε για τους λόγους που προαναφέραμε (έλλειψη χρημάτων, δυσκολία εξοπλισμού των πλοίων).
ο Κίτσος Τζαβέλας
Οι εχθροί επανήλθαν με προτάσεις παράδοσης υπό όρους του Μεσολογγίου, τις οποίες οι πολιορκημένοι απέρριψαν. Στις 25 Μαρτίου ο Κιουταχής επεχείρησε να καταλάβει το νησάκι της Κλείσοβας, που το υπεράσπιζαν μόνον 130 άνδρες υπό τον Παν. Σωτηρόπουλο. Μικρός στολίσκος από εχθρικά πλοία απέκλεισαν την Κλείσοβα, και απεβίβασαν στρατό. Τις συνεχείς επιθέσεις που διηύθυνε ο ίδιος ο Κιουταχής απέκρουσαν με επιτυχία οι λιγοστοί Έλληνες. Στην μάχη μπήκε και ο Αιγύπτιος Χουσεϊν μπέης. Η μάχη συνεχίσθηκε μέχρι που σκοτείνιασε. Ο θάνατος του Χουσεϊν στην μάχη αποθάρρυνε τους Αιγυπτίους που υποχώρησαν. Τότε οι άνδρες του Κίτσου Τζαβέλα με πλοιάρια από το Μεσολόγγι όρμησαν και κατεδίωξαν τον εχθρό που έφυγε αφήνοντας  1.200 νεκρούς. Η λιμνοθάλασσα γέμισε από πτώματα Αιγυπτίων και Τουρκαλβανών.
Παρά την ηρωική τους αντίσταση, τα περιθώρια και οι αντοχές των πολιορκημένων είχαν λιγοστεύσει. Την 1η Απριλίου 1826 ενημερώθηκαν ότι ο ελληνικός στόλος με τις ενισχύσεις θα έφθανε μετά από12 ημέρες. Ωστόσο τα λίγα πλοία του Μιαούλη απέτυχαν παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον τουρκοαιγυπτιακό ναυτικό αποκλεισμό και να ανεφοδιάσουν τους Μεσολογγίτες. Δεν υπήρχαν πλέον άλλα χρονικά περιθώρια. Ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου η κατάσταση μέσα στην πόλη ήταν τραγική. Πολλοί από την έλλειψη τροφίμων άρχισαν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες και ποντικούς για να τραφούν. Και όταν τελείωσαν και αυτά άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν στην λιμνοθάλασσα. Επόμενο ήταν ο υποσιτισμός και οι ασθένειες να προκαλούν πολλούς θανάτους και να αποδυναμώνουν τους μαχητές. Την τραγική κατάσταση της πόλης φανερώνουν ανάγλυφα οι ακόλουθες γραπτές μαρτυρίες.
Γράφει ο διευθυντής των ''Ελληνικών Χρονικών'', τα τυπογραφεία των οποίων είχαν καταστραφεί στον βομβαρδισμό της 21ης Φεβρουαρίου, Ι. Μάγερ σε επιστολή του λίγο πριν την έξοδο: ''Καταντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην ώστε να τρεφόμεθα από τα πλέον ακάθαρτα ζώα. Υποφέρομεν φρικτά από πείναν και δίψαν. Προσεβλήθημεν από διαφόρους ασθενείας. 1.740 από τους αδελφούς μας έχουν ήδη αποθάνει. Περισσότεραι από 100.000 βόμβαι ριφθείσαι από τον εχθρόν, κατέστρεαψν τους προμαχώνας και τα οικήματά μας. Το ψύχος μας βασανίζει λόγω της παντελούς ελλείψεως ξύλων. Με όλας τας στερήσεις ταύτας είναι αξιοθαύμαστον θέαμα να βλέπη κανείς το θάρρος  και το υψηλόν φρόνημα της φρουράς μας. Εις ολίγας ημέρας όλοι αυτοί οι γενναίοι θα είναι σκιαί μόνον αγγέλων, μάρτυρες ενώπιον του θρόνου του Θεού, της αδιαφορίας του χριστιανικού κόσμου δι' υπόθεσι, ήτις ήτο ιδική του. Εξ ονόματος όλων των ανδρείων μας σας αναγγέλλω την ενώπιον του Θεού μεθ' όρκου ληφθείσαν απόφασίν μας να υπερασπίσωμεν σπιθαμήν προς σπιθαμήν το έδαφος του Μεσολογγίου και να συνταφιασθώμεν υπό τα ερείπια της πόλεως, παρά να ακούσωμεν πρότασίν τινα περί παραδόσεως. Ζώμεν τας τελευταίας μας στιγμάς. Η ιστορία θέλει μας διακιώσει και οι μεταγενέστεροι θα θρηνήσουν την συμφοράν μας. Εμέ καθιστά υπερήφανον η σκέψις ότι το αίμα ενός Ελβετού, ενός απογόνου του Γουλιέλμου Τέλλου, μέλλει να συμμιχθή με το αίμα των ηρώων της Ελλάδος''.
Ο Ν. Κασομούλης, παρών στις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου, γράφει στα ''Ενθυμήματα Στρατιωτικά'': ''Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μία Μεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή και τον αυτάδελφόν μου Μήτρον, ετελείωσεν την θροφή της, και μυστικά, μαζύ με δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι που το έφαγαν. Ταις ηύρα οπού έτρωγαν, ερώτησα που ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. Μία συντροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. Εμαθεύθη και τούτο. Ημέραν παρ' ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα του να τρώγουν ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται των, και που να προφθάσουν; Τρεις ημέραις απέρασαν και ετελείωσαν και αυτά τα ζώα…''
''Ο συνεργάτης του Γ. Μεσθενέα τυπογράφου καθήμενος εις την οικίαν μας έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν, και έβελεν τον ψυχογυιόν του Στουρνάρη και εσκότωσεν άλλη μίαν. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους να πράξουν, και εις ολίγαις ημέραις γάτα δεν έμεινεν…Αρχίσαμεν, περί τας 15 Μαρτίου, ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θαλάσσης. Το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, και το ετρώγαμε με ξείδι και λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο. Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήταν ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμε κατά δυστυχίαν. Από την έλλειψιν της θροφής αύξαναν αι ασθένειαι, πονόστομος και αρθρίτις''.
ο Δημήτριος Μακρής
Οι πολιορκημένοι απελπισμένοι από την κατάσταση, συγκεντρώθηκαν όλοι οι αρχηγοί της φρουράς στις 6 Απριλίου 1826 σε σύσκεψη υπό την προεδρία του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, και ομοφώνως απεφάσισαν να επιχειρήσουν την ηρωική έξοδο την νύκτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων. Έστειλαν αγγελιοφόρους στον Καραϊσκάκη να τον ειδοποιήσουν να βρίσκεται την νύκτα του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων στην μονή του Αγίου Συμεώνος για να τους ενισχύσει κατά την έξοδο με τον στρατό του. Αποφασίσθηκε μυστικά και συντονισμένα να οργανωθεί η έξοδος των πολιορκημένων σε τρία σώματα, τα δύο πρώτα με τους μαχητές υπό τον Δημ. Μακρή, Κίτσο Τζαβέλα και τον Νότη Μπότσαρη, και το τρίτο με τους Μεσολογγίτες, τα γυναικόπαιδα και τους αμάχους, συνοδευόμενο από 200 στρατιώτες υπό τον Ραζηκότσικα και τον Μήτρο Δεληγιώργη. Σημείο συναντήσεως ορίσθηκε η μονή του Αγίου Συμεώνος. Όσο για τους 600 τραυματίες και ασθενείς στρατιώτες και όσους από τους αμάχους δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, αποφασίσθηκε να μείνουν πίσω, οχυρωμένοι στα σπίτια και την πυριτιδαποθήκη, και να πεθάνουν πολεμώντας. Ο Χρήστος Καψάλης, πρόκριτος της πόλης, δήλωσε ότι θα έμενε και αυτός πίσω και την τελευταία στιγμή θα ανατίναζε την οικία του και την πυριτιδαποθήκη ώστε να μην πέσει κανείς στα χέρια των Τούρκων.
Η ηρωική όσο και απέλπιδα απόφαση της εξόδου καταγράφηκε και επισήμως σε πρακτικό που υπαγόρευσε ο Ιωσήφ Ρωγών στον γραμματέα Ν. Κασομούλη, η αρχή του οποίου είχε ως εξής: ''Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος. Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας, εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ' ελπίδα εστερημένους από όλα τα κατεπέιγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι επληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πατρίδος εις στενήν πολιορκίανταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι. Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν, ώστε να δυνηθώμεν να βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: η έξοδός μας να γίνει βράδυ εις τας δύι ώρας της νυκτός 10 Απριλίου, ημέρα Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαϊων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια.''
(και ακολουθούν οι οδηγίες για τον σχεδιασμό της εξόδου κατά τμήματα).
Την τελευταία εκείνην νύκτα ο επίσκοπος Ιωσήφ βοηθούμενος από τους ιερείς του κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων όλους τους κατοίκους της πόλης, και τους 10.500. Όσοι τραυματίες, ασθενείς και γυναικόπαιδα έμειναν πίσω αποχωριζόμενοι με σπαραγμό ψυχής τους δικούς τους που θα επιχειρούσαν την έξοδο. Τα τρία σώματα της εξόδου ήσαν έτοιμα σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Πολλές γυναίκες  αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους άνδρες τους στην έξοδο. Όταν σκοτείνιασε άρχισαν όλοι να συγκεντρώνονται στα προκαθορισμένα σημεία. Στις 6.30 ακούσθησαν οι πυροβολισμοί των επικουρικών ελληνικών δυνάμεων που ήσαν στον Ζυγό, όπως είχε συμφωνηθεί. Ταυτοχρόνως όμως άρχισε και το πυροβολικό του Ιμπραήμ να βάλει. Αυτό δημιούργησε την εντύπωση στους Μεσολογγίτες ότι προδόθηκε το σχέδιό τους από τους ελληνικούς πυροβολισμούς. Όμως το σχέδιο της εξόδου είχε γίνει γνωστό στον Ιμπραήμ από κάποιον εξωμότη πιθανώς, δεν είναι εξακριβωμένο πως προδόθηκε το σχέδιο της εξόδου. Έτσι όταν άρχισε η έξοδος του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ ήταν ενήμερος, είχε τοποθετήσει τον στρατό του στις κατάλληλες θέσεις και τους περίμενε.
Οι πολιορκημένοι συνέχισαν όπως προέβλεπε το σχέδιο. Μέσα στο σκοτάδι ξεκίνησαν να περνούν τις γέφυρες της τάφρου. Οι Τουρκοαιγύπτιοι τους υποδέχθηκαν με καταιγισμό πυρών και βομβίδων, και τους καθήλωσαν στην τάφρο επί μίαν ώρα. Αφού οι Μεσολογγίτες ματαίως περίμεναν την κίνηση αντιπερισπασμού από τους έξω Έλληνες του Ζυγού, απεφάσισαν όπως όπως μπορούσαν να συνεχίσουν την έξοδό τους. Όσοι ήσαν πιο δυνατοί κατόρθωσαν να διασπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Οι πιο αδύναμοι έμειναν πίσω. Τότε στο τρίτο σώμα με τα γυναικόπαιδα δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός καθώς ακούσθηκε η φωνή ''Οπίσω! Οπίσω!'' , και άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη αποκομμένοι από τα δύο άλλα τμήματα των Ελλήνων που είχαν προχωρήσει. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ασυγκράτητοι άρχισαν να εισέρχονται στην τάφρο και να μπαίνουν στην πόλη. Τότε οι Έλληνες ανατίναξαν τις υπόγειες στοές που είχαν σκάψει και υπονομεύσει με εκρηκτικά, και μία τεράστια φλόγα φώτισε τον ουρανό.
Τα δύο πρώτα τμήματα συνέχισαν την πορεία προς τον Ζυγό προσπαθώντας να ανοίξουν δρόμο ανάμεσα από τις εχθρικές δυνάμεις που σε κάθε στάδιο της διαδρομής τους είχαν στήσει ενέδρα. Μέσα από σκληρές μάχες πέρασαν από το Ευηνοχώρι με μεγάλες απώλειες και έφθασαν στους πρόποδες του Ζυγού καθ' οδόν προς την μονή του Αγίου Συμεώνος για να συναντήσουν 3.000 Αλβανούς που τους περίμεναν. Παρά τον αιφνιδιασμό και την σύγχυση των Ελλήνων αλλά και την διάσπασή τους σε μικρές ομάδες, οι Έλληνες συνέχισαν να πολεμούν τον εχθρό, έχοντας όμως βαριές απώλειες. Ένα μικρό σώμα από τις ελληνικές  δυνάμεις του Ζυγού, περίπου 100 Σουλιώτες, ήρθαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών, και κατόρθωσαν να τρέψουν σε φυγή τους Αλβανούς.
η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης
Καθώς είχε αρχίσει να ξημερώνει η Κυριακή των Βαϊων, η μάχη στον Ζυγό είχε σταματήσει. Όσοι από τους Έλληνες κατόρθωσαν να φθάσουν στην κορυφή του Ζυγού απ' όπου έβλεπαν κάτω το Μεσολόγγι να φλέγεται και να ακούγονται πυροβολισμοί, κανονιοβολισμοί και συνεχείς εκρήξεις. Ήσαν οι Έλληνες του τρίτου τμήματος της εξόδου που είχαν οπισθοχωρήσει στην πόλη καθώς και όσοι τραυματίες, άρρωστοι και αδύναμοι είχαν μείνει πίσω και εγκλωβίσθηκαν στο Μεσολόγγι. Αυτοί συνέχιζαν την μάχη από σπίτι σε σπίτι όπου είχαν οχυρωθεί, και όταν πλησίαζαν οι εχθροί ανατίναζαν τα σπίτια τους  μαζί με τους εαυτούς τους και πολλούς εχθρούς. Συνεχείς εκρήξεις ακούγονταν από παντού και ολόκληρη η πόλη καιγόταν. Τα τελευταία σημεία αντιστάσεως ήταν η οικία του Χρ. Καψάλη όπου είχαν καταφύγει οι γέροντες και τα γυναικόπαιδα. Καθώς πλησίαζαν οι εχθροί ο Χρ. Καψάλης έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκε μαζί με τα γυναικόπαιδα και  τους εχθρούς. Το ίδιο έπραξε και ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ που είχε καταφύγει στον Ανεμόμυλο μαζί με γυναικόπαιδα. Όταν είδε τους εχθρούς να πλησιάζουν ανατίναξε και αυτός τον Ανεμόμυλο.
Την επομένη ημέρα, στις 12 Απριλίου 1826 η πόλη του Μεσολογγίου ήταν παντελώς κατεστραμμένη. Μόνη η οικία Τρικούπη είχε σωθεί και ο Ιμπραήμ την χρησιμοποίησε ως κατάλυμα του. Αλλά και οι απώλειες σε ζωές ήσαν τεράστιες. Μεγάλος αριθμός γυναικοπαίδων που αιχμαλωτίσθηκαν εστάλησαν στην Αίγυπτο. Από τους 3.000 στρατιώτες που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο οι 1.300 σώθηκαν και έφθασαν στον Πλάτανο, στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη. Οι 1.700 σκοτώθηκαν κατά την έξοδο. Ανάμεσα στους νεκρούς ήσαν ο Αθαν. Ραζηκότσικας,, ο Νικ. Στουρνάρας, αρχηγός της φρουράς της πόλης, ο Παλαμάς, ο Κοκκίνης, ο Ελβετός Μάγερ με την οικογένειά του, και πολλοί Γερμανοί και άλλοι φιλέλληνες. Από τις γυναίκες μόλις 13 Σουλιώτισσες γλύτωσαν. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 5.000.
Από γαλλικές πηγές του προξένου της Γαλλίας στα Χανιά που είχε υπ' όψιν αναφορές Αιγυπτίων και Γάλλων αξιωματικών ιδού πώς περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου : ''Το πιο μεγάλο μέρος των Ελλήνων (κατά την έξοδο)  κυκλώθηκε και κατακόπηκε εκτός από 400-500 άνδρες που μπόρεσαν να κάνουν ένα άνοιγμα και να διαφύγουν. Μερικές εκατοντάδες μπόρεσαν να επιστρέψουν στην πόλη και ξαναμπήκαν ανακατωμένοι με τους Τούρκους που τους κυνηγούσαν. Ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων , γέροι, γυναίκες, παιδιά, πληγωμένοι είχαν μείνει εκεί. Τότε έγινε μία τρομακτική σφαγή. Κάθε σπίτι έγινε και ένα κάστρο που υπήρξε μάρτυρας των πιο τολμηρών πράξεων, κάθε στιγμή ακούγονταν εκρήξεις από την φωτιά που έβαζαν οι κυνηγημένοι κάτοικοι στις πυριτιδαποθήκες στα διάφορα σημεία της πόλεως. Αυτές οι τρομακτικές σκηνές βάσταξαν σχεδόν όλη την νύκτα. Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων σκοτώθηκε από Τούρκους. Ήταν πραγματικά δύσκολο να αναγνωρισθούν. Την αυγή, στις 11 Απριλίου, έπαψαν οι σφαγές και έτσι υψώθηκε η τουρκική σημαία πάνω στα ερείπια του Μεσολογγίου.
Οι κάτοικοι του Μεσολογγίου πολέμησαν με το πιο μεγάλο θάρρος. Είναι πιθανόν η πόλη να μην έπεφτε, αν είχε τρόφιμα. Πάρα πολλές γυναίκες, ντυμένες με ανδρικά ρούχα και οπλισμένες, βρέθηκαν ανάμεσα στους νεκρούς. 5.000 Έλληνες χάθηκαν και 6.000 γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν στην σκλαβιά στην Κων/πολη και στην Αλεξάνδρεια. Ως προς τις απώλειες των Τούρκων, είναι δύσκολο να τις μάθουμε. Ομολογούν ότι ήταν σημαντικές''.
Η δωδεκάμηνη πολιορκία του Μεσολογγίου, η ηρωική αντίσταση και η έξοδος όπως και η αυτοθυσία των Ελλήνων υπερασπιστών του, προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και συγκίνηση όχι μόνον τους Έλληνες αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Η θυσία του Μεσολογγίου, ο ηρωισμός των υπερασπιστών του και η αυτοθυσία των αμάχων ξεσήκωσε μεγάλο κύμα φιλελληνισμού στην Ευρώπη και συνέβαλε στην ευνοϊκή αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος σε πανευρωπαϊκό
Μεσολόγγι τελευταία μετάληψη
επίπεδο. Στο Παρίσι μόλις έγινε γνωστή η είδηση για την πτώση του Μεσολογγίου οι φοιτητές οργάνωσαν διαδήλωση και κατευθύνθηκαν στα ανάκτορα ζητώντας από τον Γάλλο βασιλέα να λάβει ανοικτά θέση υπέρ των Ελλήνων. Ο Σατωβριάνδος στην γαλλική Βουλή και ο Πάλμερστον στο αγγλικό κοινοβούλιο μίλησαν με θαυμασμό για τον ηρωισμό των Μεσολογγιτών, ενώ στην Γερμανία οι ιστορικοί Νείμπουρ και Θείρσιος σε ομιλίες τους ξεσήκωσαν τα φιλελληνικά αισθήματα του
γερμανικού λαού.. Έρανοι για την συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του ελληνικού αγώνος και την απελευθέρωση των αιχμαλώτων γυναικοπαίδων του Μεσολογγίου οργανώθησαν σε όλη την Ευρώπη. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας συνεισέφερε πολλά όπως και ο Ελβετός Εϋνάρδος, φίλος του Καποδίστρια. Ποιητές, γλύπτες, ζωγράφοι, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Γκαίτε, ο Ντελακρουά, ο Ευγένιος ντε Λανσάκ, με τα έργα τους εξύμνησαν την δόξα του Μεσολογγίου. Όσοι από τους υπερασπιστές του Μεσολογγίου διεσώθησαν ήσαν αγανακτισμένοι με την αδράνεια που επέδειξαν οι άλλες επικουρικές ελληνικές δυνάμεις που δεν τους είχαν βοηθήσει αποτελεσματικά και όσο έπρεπε. Οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν στα Σάλωνα (Άμφισα) όπου αναπαύθηκαν. Πολλοί πήγαν στο Ναύπλιο, στην έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως, και έγιναν δεκτοί με τιμές ηρώων, με κανονιοβολισμούς και επευφημίες. Η κυβέρνηση φρόντισε για την ανακούφιση και ξεκούραση των καταπονημένων ανδρών της φρουράς μοιράζοντας τους τρόφιμα, φάρμακα, είδη ρουχισμού.
Το Μεσολόγγι έμεινε υπό τουρκική κατοχή  μέχρι τις 2 Μαΐου 1829, όταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας με 4.000 άνδρες και στόλο υπό τον Μιαούλη κατευθύνθηκαν στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Η τουρκική φρουρά συμφώνησε να παραδοθεί. Η χαρμόσυνη είδηση ότι στο Μεσολόγγι, σύμβολο του ηρωισμού και του αγώνος των Ελλήνων, κυμάτιζε και πάλι ελεύθερα η ελληνική σημαία έγινε πρόξενος συγκινητικών εκδηλώσεων. Στην Αίγινα, στις 8 Μαΐου έγινε μεγάλη γιορτή, στην οποία ο Σπυρ. Τρικούπης μίλησε στην εκκλησία με λόγους θερμούς. Η πόλη φωταγωγήθηκε και ο Τρικούπης έδωσε μεγάλη δεξίωση για την απελευθέρωση της πατρίδος του. Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σε διάγγελμά του που άρχιζε με την φράση ''Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πλέον η σημαία του Σταυρού'', όρισε να τιμηθούν οι ήρωες του Μεσολογγίου, να αναπεμφθεί ειδική δέηση για την ανάπαυση των πεσόντων στις μάχες του Μεσολογγίου, και να συνταχθεί κατάλογος με τα ονόματα των πεσόντων, να συγκεντρωθούν τα οστά τους και  και να τοποθετηθούν σε ειδικό μνημείο. Αλλά και στην Ευρώπη η είδηση για την απελευθέρωση του Μεσολογγίου προκάλεσε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, τιμητικές εκδηλώσεις και εορτές. Ιδιαιτέρως ο φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος (πατέρας του Όθωνος, του μετέπειτα πρώτου βασιλέως της Ελλάδος) τίμησε το χαρμόσυνο γεγονός.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μεσολογγίτισσα
Στο Μεσολόγγι το πνεύμα της ηρωικής αντιστάσεως και η μνήμη των αγωνιστών και της Εξόδου παραμένουν διαρκώς ζωντανά. Περπατώντας κανείς στους δρόμους της πόλης όπως αυτή ανοικοδομήθηκε μετά την απελευθέρωση αισθάνεται κανείς ότι βαδίζει στους δρόμους της ιστορίας, ανάμεσα στις μορφές των ηρώων. Οι ονομασίες των δρόμων μας τους φέρνουν στην μνήμη: πλατεία Μάρκου Μπότσαρη, ''Ελληνικών Χρονικών'', Μήτρου Δεληγιώργη, οδοί που φέρουν ως επί το πλείστον ονόματα αγωνιστών του 1821. Σε έναν ειδικό χώρο, το  Ηρώον, υπάρχουν οι τάφοι και τα μνημεία των πεσόντων ηρώων με τις προτομές τους. Εκεί βρίσκεται οι τάφοι του Μάρκου Μπότσαρη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο ανδριάντας του Λόρδου Βύρωνος, οι προτομές επάνω στους τάφους των οπλαρχηγών Γεωργίου Κίτσου, Μήτρου Δεληγεώργη, Σπυρ. Κοντογιάννη, Αθαν. Ραζηκότσικα, Δημ. Μακρή, Δήμου Τσέλιου, Αλεξ. Βλαχόπουλου, Κων/νου Βλαχόπουλου, Νικ. Στουρνάρα, Θεοδ. Γρίβα, Δημ. Σιδέρη, του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, του προκρίτου Χρ. Καψάλη, των διοικητών της πόλεως κατά την πολιορκία Ιω. Παπαδιαμαντοπούλου, Δημ. Θέμελη, του Ιάκωβου Μάγερ με τεμάχιο εκ των πιεστηρίων του τυπογραφείου του, τα μαρμάρινα μνημεία των Αμερικανών, Γερμανών, Πολωνών, Σουηδών Φιλελλήνων κ.ά. Στο μέοο του Ηρώου δεσπόζει ο Τύμβος των πεσόντων κατά την έξοδο αγωνιστών, όπου ετάφησαν τα οστά τους. Κάθε χρόνο το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων γίνονται εθνικές εορτές σε ανάμνηση της εξόδου με αναπαράσταση της εξόδου και της ανατινάξεως της οικίας του Χρήστου Καψάλη. Η μνήμη των ηρώων και η πνευματική παρακαταθήκη στους νεωτέρους διατηρείται ζωντανή στο Μεσολόγγι και ανάμεσα στους κατοίκους της που με υπερηφάνεια τιμούν τους ηρωικούς τους προγόνους και τους μεγάλους άνδρες της πολιτικής και των γραμμάτων που ανέδειξε η Ιερά Πόλις του Μεσολογγίου.

γράφει ο Αρχιμανδρίτης κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος ιστορικός συγγραφέας  
ΠΗΓΗ: Θέματα Ελληνικής Ιστορίας (http://networkedblogs.com/K8dgN)

Share/Bookmark

Υπενθύμηση σχετικά με την υποβολή σχολίων:

Παρακαλείστε να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή ενδέχεται ορισμένοι επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα ιστολόγια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Τα σχόλια θα εγκρίνονται, μόνο ενώ και εφόσον, είναι σχετικά με το θέμα, δεν αναφέρουν προσωπικούς, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, καθώς επίσης και τα σχόλια που δεν περιέχουν συνδέσμους.
Επίσης, όταν μας αποστέλλονται κείμενα (μέσω σχολίων ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), παρακαλείσθε να αναγράφετε την τρέχουσα πηγή τους σε περίπτωση που δεν είναι δικά σας. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την κατανόησή σας...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...