Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά Ζητήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικά Ζητήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ - Μορφές Διαμαρτυρίας




Το θέμα είναι παλιό, αλλά δεν χάνει ποτέ την επικαιρότητα του. Η διαμαρτυρία είναι μια ανάγκη ανθρώπινη και τα αίτια και οι μορφές της θα απασχολούν πάντοτε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.
Τα αίτια βέβαια είναι συνήθως συγκεκριμένα: Πραγματική η υποτιθέμενη αδικία, προσβολή της ελευθερίας, των δυνατοτήτων αναπτύξεως και εξελίξεως, παράβαση υποσχέσεων, απιστία διαφόρων ειδών. Η διαμαρτυρία ως φαινόμενο εμφανίζεται σε κάθε έκφανση της ζωής: την πολιτική, οικονομική, επαγγελματική, κοινωνική, θρησκευτική.
Μπορεί να είναι εκδήλωση ζωντάνιας ή αρρώστιας, υπεροψίας ή απόπειρας επιβιώσεως, εγωισμού ή αλτρουισμού.
Μπορεί να μην έχει κανένα συγκεκριμένο αίτιο και να είναι απλώς ένα modus operandi ή και modus vivendi.
Η αφετηρία της πάντως δεν καθορίζει αναγκαστικά ούτε τη μορφή ούτε την ένταση της. Εκεί παίζει βασικό ρόλο η κοινωνική και ατομική νοοτροπία.
Όσο υπάρχουν θεσμικές δυνατότητες, αναγνωρισμένα "κανάλια" για την πραγματοποίηση της διαμαρτυρίας, δαμάζεται η ένταση, αλλά και πολλαπλασιάζεται η αποτελεσματικότητα της. Τέτοια κανάλια μπορεί να είναι ο λόγος στη δημόσια πλατεία ή η επιστολή στην εφημερίδα, η αναφορά στην αρχή ή αγωγή στο δικαστήριο, η διαδήλωση ή οι εκλογές.
Τα κανάλια αυτά εκπληρώνουν τον τριπλό σκοπό της απονομής της δικαιοσύνης, της προετοιμασίας μιας σωστής μεταρρυθμίσεως, και της βαλβίδας ασφαλείας.
Η βαλβίδα ασφαλείας επιτρέπει τη διαφυγή του ατμού που περισσεύει, χωρίς ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Η άποψη ότι κάθε κοινωνία χρειάζεται βαλβίδες ασφαλείας δεν είναι κυνική, αλλά απεναντίας πολύ ανθρώπινη και πολύ σοφή.
Μέσα στα όρια που επιβάλλει η επιβίωση μιας ελεύθερης και πολιτισμένης κοινωνίας, η διαμαρτυρία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από κάθε είδους άμεσες ή και έμμεσες κυρώσεις. Η πρόταση αυτή έχει διπλό νόημα.
Υπάρχουν όρια διαμαρτυρίας που πρέπει να γίνουν σεβαστά. Αλλά τα όρια αυτά δεν αφορούν το περιεχόμενο, αλλά μόνο τη μορφή της διαμαρτυρίας. Δεν μπορεί σε μια ελεύθερη και πολιτισμένη κοινωνία να νοηθεί παράνομο περιεχόμενο διαμαρτυρίας. Το περιεχόμενο μιας διαμαρτυρίας μπορεί να είναι παράλογο, ανόητο, εξοργιστικό, αλλά δεν μπορεί να είναι αθέμιτο.
Αντιθέτως, η μορφή που παίρνει μια διαμαρτυρία μπορεί, όχι μόνο σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά και σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία να είναι απαράδεκτη, ασυμβίβαστη με την έννομη τάξη της και, επομένως, παράνομη.
Η άποψη αυτή, όσο αυτονόητη και αν φαίνεται, πρόσφατα δεν γίνεται πάντα δεκτή. Οι αδίστακτοι εγκληματικές ενέργειες των Γερμανών τρομοκρατών βρήκαν την απροσδόκητη συμπάθεια κύκλων του τόπου μας, που δεν μπόρεσαν να κάνουν τη δύσκολη καμιά φορά, αλλά αναμφισβήτητα εύλογη και αναγκαία διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο και στη μορφή.
Είναι ενδιαφέρον ότι στη χώρα με τη μακρότερη παράδοση και το ευρύτερο πλαίσιο ελευθερίας της διαμαρτυρίας, την Αγγλία, η δραστηριότης των Γερμανών τρομοκρατών βρήκε τη λιγότερη συμπάθεια. Η διανοητική αυτή ισορροπία δεν επικράτησε δυστυχώς και στον τόπο μας.
Όπως όμως παντού, έτσι και εδώ υπάρχει και η άλλη άκρη. Στη χώρα μας η άλλη αυτή άκρη αντιπροσωπεύεται από το κατάλοιπο αυταρχικών αντιλήψεων που λέγεται "περιύβριση αρχής". Στον τόπο που τα παραστρατήματα της γλώσσας φθάνουν σχεδόν τα ύψη των κυκλοφοριακών παραβάσεων, οι δημόσιες αρχές και τα δικαστήρια απαιτούν από τους πολίτες συμπεριφορά ευλαβών υπηκόων και σεμνών Αρσακειάδων.
Μήπως συναντώνται και εδώ τα δύο άκρα;

28 Μαρτίου 1978,
Πρόδρομος  Δ. Δαγτόγλου*


*Π. Δ. Δαγτόγλου,Η Κοινωνία μας και η Πολιτική της, δημοσιευθέν άρθρο στην εφημερίδα "Καθημερινή", Εκδόσεις Καθημερινής, Αθήνα 1979, σελ. 122

Share/Bookmark

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Σύγχρονη Κριτική στο Κράτος και τα συστήματα Δημόσιας Διοίκησης



Παγιδευμένες Διαδρομές

 Το κράτος και τα συστήματα δημόσιας διοίκησης δεν χαρακτηρίζονται από αιώνια σταθερότητα. Είναι όμως βαριοί μηχανισμοί, εξελίσσονται αργά και αλλάζουν δύσκολα. Στην Ελλάδα όλες οι μελέτες έχουν δείξει ότι το κράτος είναι παίκτης περιορισμένης μεταρρυθμιστικής ικανότητας. Πρόκειται για το περίφημο «πρόβλημα διακυβέρνησης». Οπως μάλιστα έγραψε προφητικά - το 2007 - ο K. Featherstone, «το πρόβλημα διακυβέρνησης θέτει εν αμφιβόλω όχι μόνο την κατεύθυνση και την έκταση του εκσυγχρονισμού, αφορά και τη δυνατότητα της Ελλάδας να παραμείνει στον πυρήνα της ΕΕ».
Η μεταρρύθμιση της διοίκησης επιτελείται βαθμιαία. Το «βαθμιαίο», εν τούτοις, προϋποθέτει μια κρίσιμη στιγμή, η οποία δίνει την αρχική ορμή ή επιταχύνει τη διαδρομή. Αυτές οι στιγμές-ευκαιρίες δεν ορίζονται τεχνοκρατικά αλλά πολιτικά. Η πολιτική δίνει το έναυσμα και υποδεικνύει τη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Η πολιτική κινητοποιεί τους «ειδικούς» αλλά και επιλέγει ποιοι ειδικοί μεταξύ των ειδικών θα λειτουργήσουν σαν πνευματική και διαχειριστική «ατμομηχανή» της μεταρρυθμιστικής καινοτομίας.
Στην ιστορία της Μεταπολίτευσης, με δεδομένο ότι αρχικά (1974-77) τα κεντρικά διακυβεύματα δεν είχαν σχέση με τη δομή της διοίκησης αλλά με τον εκδημοκρατισμό, τρεις ήταν οι μεγάλες κομβικές στιγμές: 1981, 1996, 2009. Και οι τρεις κατά σύμπτωση ήταν οι στιγμές του ΠαΣοΚ, με πιο σημαντικές εκείνες του 1981-85 και του 2009-2011. Θα αναφερθούμε, για λόγους χώρου, κυρίως σε αυτές. Τι συνέβη λοιπόν στη Μεταπολίτευση;
Η μεγέθυνση της δημόσιας απασχόλησης είναι το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου 1981-85. Το κράτος υφίσταται μια κρίσιμη αλλαγή: μετατρέπεται από καΐκι σε μεγάλο οχηματαγωγό. Αλλάζει μέγεθος. Μόνο που τα διαδοχικά κύματα προσλήψεων δεν συνοδεύονται από σοβαρές μεταρρυθμίσεις δομής. Την περίοδο 1981-85 υπήρξε σταθεροποίηση, εδραίωση και εμβάθυνση του παλαιού - κακού - παραδείγματος. Η αλλαγή μέσω μη αλλαγής ήταν αλλαγή καθοριστική, μεγάλου βεληνεκούς. Στην ουσία, η «πρώτη γενιά μεταρρυθμίσεων», αυτή των δεκαετιών του 1970 και του 1980, υπονόμευσε το δυναμικό της «δεύτερης γενιάς μεταρρυθμίσεων», αυτής των δεκαετιών 1990 και 2000 (Γ. Παγουλάτος). Η μη μεταρρύθμιση (η οποία συνοδεύτηκε από αρκετές επί μέρους μεταρρυθμίσεις) λειτούργησε σαν αντι-μεταρρύθμιση.
Η τελευταία μεγάλη καμπή είναι αυτή της περιόδου 2009-2011. Η χρεοκοπία του κράτους έφερε στο επίκεντρο τη δυνατότητα μιας μεγάλης μεταρρύθμισης. Οι ιδέες που στήριξαν το παλαιό σύστημα είχαν ηττηθεί και οι πόροι για τη συντήρησή του δεν υπήρχαν. Οι ιδέες για μεγάλη κρατική τομή και για αλλαγή παραδείγματος εξηγούσαν πολύ καλύτερα από τις παλαιές ιδέες το καθεστώς οικονομικού τρόμου στο οποίο είχε βρεθεί η χώρα. Το «Η κρίση είναι ευκαιρία» συνόψιζε την ιστορική δυνατότητα υλοποίησης ενός νέου μεταρρυθμιστικού σχεδίου. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ο Καλλικράτης, το Ενιαίο Μισθολόγιο, η Ενιαία Αρχή Πληρωμών, η αξιολόγηση, η μεταρρύθμιση των δημόσιων προμηθειών, ο ΕΟΠΥΥ κ.λπ. αποτελούν παραδείγματα της μεταρρυθμιστικής ορμής που είχε την αφετηρία της στο 2009.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις αυτές είτε απέτυχαν πλήρως είτε υλοποιήθηκαν ανεπαρκώς είτε εγκαταλείφθηκαν. Η κατάρα του Δημοσίου; Θα λέγαμε «όχι». Η έλλειψη πόρων, η ένταξη των μεταρρυθμίσεων σε μια εισπρακτική λογική, η γρήγορη απώλεια πολιτικής νομιμοποίησης λόγω της βίαιης λιτότητας και των οριζόντιων περικοπών, η μεγάλη προχειρότητα και, βέβαια, ο χαοτικός συντονισμός του Γ. Παπανδρέου υπονόμευσαν το όποιο, έστω ατελές, μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Οι συνθήκες για τον σχηματισμό μιας μεταρρυθμιστικής πλειοψηφίας εντός του κράτους (και της κοινωνίας) εξανεμίστηκαν γρήγορα. Τα οριζόντια μέτρα έφεραν απογοήτευση, καχυποψία και οργή εντός της διοίκησης και ειδικά μεταξύ των καλυτέρων, των εχόντων συμφέρον από τη μεταρρύθμιση. Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις και η ΕΕ ήθελαν η «μεγάλη μεταρρύθμιση» να αποτύχει, δεν θα επέλεγαν αποτελεσματικότερη πολιτική από τη μακροοικονομική πολιτική που περιγράφεται στα διαδοχικά μνημόνια. Σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι το Δημόσιο αποσυντίθεται.
Η περίοδος 1981-85 ήταν η κρίσιμη διασταύρωση. Σταδιακά, η αντι-μεταρρύθμιση «κλείδωσε», το μαγαζί μεγάλωσε, η πολυνομία επεκτάθηκε, η ικανότητα συντονισμού των δημόσιων πολιτικών μειώθηκε. Γύρω από το Δημόσιο συγκροτήθηκαν συμφέροντα συλλογικά (δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικάτα) και ιδιωτικά (κόσμος της φοροδιαφυγής και, λίγο αργότερα, της μεγάλης διαπλοκής) που δεν ήταν μόνον ή κυρίως πελατειακά ή κομματικά. Ήταν συμφέροντα της ιδιωτικής σφαίρας και, συχνά, της περίφημης κοινωνίας πολιτών, που μάλλον χρησιμοποιούσαν τα κόμματα παρά χρησιμοποιούνταν από αυτά. Το σύστημα άρχισε να λειτουργεί ως τροχοπέδη σε μελλοντικές μεταρρυθμίσεις. Στην πραγματικότητα, αυτό που σταδιακά δημιουργήθηκε ήταν ένα «καθεστωτικό μπλοκ» με επίκεντρο μια σφριγηλή μεσαία τάξη, στηριγμένη όμως είτε σε δημόσιο χρήμα (υπερταλαντούχοι υψηλόμισθοι υπάλληλοι, επιχειρηματίες πρωτοπόροι στις κρατικές συμβάσεις) είτε στη μη απόδοση οφειλόμενου στο Δημόσιο χρήματος (οι εκατομμύρια φοροδιαφεύγοντες υπερήφανοι συμπολίτες μας). Οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, όπως και οι άνεργοι, τα δύο πιο λαϊκά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων (τα κατ' εξοχήν στερημένα ισχύος και συνδικαλιστικής εκπροσώπησης) είναι εκείνα που έμειναν εκτός τού ως άνω «μπλοκ». Όταν εξετάζει κανείς τη μακρά διάρκεια, διαπιστώνει ότι το πιο λαϊκό τμήμα του λαού ήταν αυτό που έχασε τα περισσότερα από την ασυνάρτητη συγκρότηση του κράτους.
Κάθε θεσμός είναι ένα ατελές συμβόλαιο που απαιτεί έναν αργό, βασανιστικό αγώνα για τη βελτίωσή του. Στην Ελλάδα όλες οι ευκαιρίες βελτίωσης σπαταλήθηκαν. Πέραν της ασθενούς βούλησης των κομμάτων, αξίζει ίσως να κατανοήσουμε την αλυσίδα των διαδρομών. Η αλυσίδα αυτή εξηγεί καλύτερα γιατί το Δημόσιο έχει μετατραπεί σε επικίνδυνη ζώνη. Και γιατί απέτυχε και το λαϊκιστικό και το εκσυγχρονιστικό ΠαΣοΚ, και η ΝΔ και η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Σε αυτή την αλυσίδα, ένας ηγέτης που πολλοί αναπολούν, ο Α. Παπανδρέου, έθεσε το θεμέλιο της μεταγενέστερης πορείας. Φυσικά, ως στρατηγός των μεγάλων επιλογών, υποτιμούσε τα ταπεινά «ατελή συμβόλαια». Ωστόσο οι συντεχνίες κάθε είδους, όπως και το μικρό και το μεγάλο κεφάλαιο, δεν τα υποτίμησαν. Επένδυσαν πάνω σε αυτά, με τα γνωστά αποτελέσματα.

του κ. Γεράσιμου Μοσχονά,
αναπληρωτή καθηγητή Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,
δημοσιευθέν άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 08/07/2012, σελ.Α26



Share/Bookmark

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Ρομπόλης: Το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό κατάρρευση



Το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό κατάρρευση και η κατάσταση θα επιδεινωθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, αν δεν διαφοροποιηθούν οι ασκούμενες πολιτικές της λιτότητας και της αύξησης της ανεργίας, τόνισε ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Σάββας Ρομπόλης, στην εκδήλωση που έγινε στη Θεσσαλονίκη για την παρουσίαση του βιβλίου του με τίτλο «οικονομική κρίση και κοινωνικό κράτος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Επίκεντρο».
«Μέσα από το βιβλίο μου προσπαθώ να αναδείξω την κρίση του κοινωνικού κράτους και την περίοδο της ανάκαμψης της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά, ιδιαίτερα, την κατάρρευσή του στην περίοδο της οικονομικής κρίσης», είπε ο κ. Ρομπόλης κι έκανε λόγο για «μετάλλαξη» του κοινωνικού κράτους, που είναι και υπό την επήρεια θεωρητικών και επιστημονικών επιλογών όσων ήθελαν το κοινωνικό κράτος να αποκτήσει περισσότερο ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου παρά συλλογική ευθύνη της κοινωνίας.
«Δυστυχώς, το κοινωνικό κράτος θα είναι ανέκδοτο, διότι η κρίση, κατά την άποψή μου, δεν ξεπερνιέται», υπογράμμισε ο ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, Ζήσης Παπαδημητρίου, και πρόσθεσε: «Ο καπιταλισμός, ως σύστημα, έχει αλλάξει τελείως δομή αλλά και τρόπο συμπεριφοράς, καθότι κυριαρχείται σχεδόν απόλυτα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δηλαδή το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει καθυποτάξει την πραγματική οικονομία αλλά και την πολιτική, η οποία δεν έχει πολλές δυνατότητες να παρέμβει. Δεν θα έχουμε, και παρά την υπέρβαση της κρίσης, εάν υπάρξει, μια επανεμφάνιση του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα θα έχουμε έναν εντελώς διαφορετικό καπιταλισμό, ο οποίος θα είναι κτηνώδης και πολύ φοβάμαι ότι προετοιμάζει ήδη και την «πέμπτη φάλαγγα» σε περίπτωση αποτυχίας να τη χρησιμοποιήσει, εννοώ τα νέα φαινόμενα νεορατσισμού κλπ. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει επανάκαμψη ή αναζωογόνηση του κοινωνικού κράτους, όπως αυτό το γνωρίσαμε, ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες του δυτικού κόσμου στην μεταπολεμική περίοδο».
«Η κρίση του κοινωνικού κράτους έχει ξεκινήσει από πολύ νωρίς», παρατήρησε η καθηγήτρια του ΑΠΘ, Λίλα Αντωνοπούλου. «Από το 1980 άρχισε η υπονόμευση του κοινωνικού κράτους και πιστεύω ότι διάγουμε μια περίοδο μετάβασης από έναν καπιταλισμό που ξέραμε σε έναν καπιταλισμό που δεν ξέρουμε πού θα μας πάει. Μια νέα μορφή οικονομικού συστήματος. Πολλές φορές μου θυμίζει την περίοδο μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, που οι αιώνες ανάμεσα ήταν σαν να κρέμονται στην Ιστορία. Δεν ξέρουμε πού θα μας οδηγήσει. Φως βλέπω στη γνώση. Μια μεταρρύθμιση της γνώσης, αυτό θα μας σώσει», επισήμανε.
Την εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου οργάνωσε η Εταιρία Οικονομολόγων Θεσσαλονίκης και τη συζήτηση συντόνισε ο πρόεδρός της καθηγητής Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου.

Πηγή: http://gr.news.yahoo.com

Share/Bookmark

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Το φαινόμενο του Φιλελληνισμού



Το φαινόμενο του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, και γαλουχήθηκε μέσα στο κλίμα του κλασικισμού και του ρομαντισμού, έφθασε στην πλήρη του έκφραση με το μεγάλο ξεσηκωμό των Ελλήνων.
Στην αρχαιολατρία, στις κλασικές σπουδές και στο αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους απογόνους των αρχαίων κατοίκων της Ελλάδος, προστέθηκε ένας ενθουσιασμός που προκάλεσε ο σκληρός αγώνας του ίδιου εκείνου λαού που, από τα πολύ παλιά χρόνια, έβαζε ως πρωταρχική αξία την ελευθερία.
Κανένα άλλο κίνημα της εποχής δεν ξεσήκωσε με τόση θέρμη και ενθουσιασμό την κοινή γνώμη και τη λογιοσύνη. Ενθαρρύνθηκε όμως και από την έντονη κινητοποίηση των Ελλήνων του Εξωτερικού, με πιο σημαίνουσες τις συστηματικές προσπάθειες τριών αυτοεξόριστων προσωπικοτήτων, του Αδαμάντιου Κοραή, στο Παρίσι, του μητροπολίτη Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας στην Πίζα και του ακάματου διπλωμάτη, Ιωάννη Καποδίστρια, που χρησιμοποίησε τις διεθνείς του γνωριμίες, ως υπουργού Εξωτερικών του τσάρου.
Ο έμπρακτος φιλελληνισμός εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους: Εθελοντές σπεύδουν στα πεδία της μάχης, ιδρύονται φιλελληνικές επιτροπές (Κομιτάτα) με σκοπό την περίθαλψη των προσφύγων και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού και την ενίσχυση των αγωνιζομένων με πολεμοφόδια, τρόφιμα. χρήματα κλπ.
Ήδη από τα τέλη Μαϊου 1821 παρουσιάσθηκε ζωηρή κινητοποίηση υπέρ των αγωνιζομένων Ελλήνων. Οι πρώτες εκκλήσεις για συμπαράσταση στον ελληνικό Αγώνα βρήκαν ευνοϊκή απήχηση. Ένα κύμα από εθελοντές ξεκίνησε για την Ελλάδα, ενώ παράλληλα οργανώθηκαν τα πρώτα φιλελληνικά Κομιτάτα.
Ο λόρδος Βύρων (Byron)
Μαζί με τους ρομαντικούς ιδεολόγους και αρχαιολάτρες, τους φιλελεύθερους και τους ενθουσιώδεις φοιτητές, θα βρεθεί και ένα πλήθος στρατιωτικών που θα συμπαρασυρθεί από το φιλελληνικό ρεύμα και θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να φθάσει στο «θέατρο» του πολέμου.
Κοντά στους αξιωματικούς, κάθε λογής άτομα, επιστήμονες, υπάλληλοι, έμποροι, φοιτητές, ακόμη και μαθητές, θα τρέξουν, με αυταπάρνηση, να υπηρετήσουν την ελληνική υπόθεση.
Ο λόρδος Βύρων (Byron) και ο Σατωβριάνδος(Chateaubriand) σφράγισαν τη συλλογική μνήμη ως κορυφαίοι εκφραστές και διερμηνευτές του φιλελληνισμού.
Percy Bysshe Shelley
Ο Μπάιρον, με την ποίησή του, ενίσχυσε το φιλελληνικό ρεύμα, ήδη πριν από την Επανάσταση και συντάραξε τον κόσμο όλο με τον πρόωρο θάνατό του στο Μεσολόγγι, το 1824, ενώ ο Σατωμπριάν με τη συγγραφή, το 1825, του περίφημου φυλλαδίου «Υπόμνημα περί της Ελλάδος», μεταστρέφεται πολιτικά, διερμηνεύει επάξια τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και παράλληλα ενεργοποιείται στο φιλελληνικό κίνημα. Ο φίλος του Βύρωνα, ποιητής Shelley, θα συνθέσει το λυρικό δράμα Hellas το οποίο αφιερώνει στον Αλ. Μαυροκορδάτο, σε ένδειξη «θαυμασμού, συμπάθειας και φιλίας».
ο Σατωβριάνδος(Chateaubriand)
Την ίδια διαδρομή ακολούθησε και o Βίκτορ Ουγκό, εκπρόσωπος του γαλλικού ρομαντισμού, που δημοσιεύει ποιήματα εμπνευσμένα από τον ηρωισμό των Ελλήνων αγωνιστών, και ιδιαίτερα του Κανάρη, καθώς και ο Γκαίτε το έργο του οποίου μπολιάστηκε από τα ιδεώδη του ελληνικού κλασικισμού.
Σε χίλιους διακόσιους περίπου υπολογίζονται οι εθελοντές που πήραν συνολικά μέρος στα πολεμικά γεγονότα. Προέρχονται από τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ υπάρχει αντιπροσωπευτική συμμετοχή και από την Πολωνία, την Ελβετία και τη Βρετανία, χωρίς να λείπουν και εκπρόσωποι από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και την Αμερική.
Συμμετοχή υπάρχει και από τους βαλκανικούς γείτονες, που θα καταταγούν στο πλευρό των αγωνιζομένων Ελλήνων, αφού συμμερίζονταν την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η πρώτη αποστολή εθελοντών ξεκινά από την Τεργέστη τον Ιούνιο του 1821. Τον Ιούλιο, υδραίικο καράβι, ναυλωμένο από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο μεταφέρει από τη Μασσαλία ξένους εθελοντές και Έλληνες φοιτητές, καθώς και πολεμοφόδια. Στη Βέρνη και στη Στουτγκάρδη συστήνονται τα πρώτα φιλελληνικά Κομιτάτα υποστήριξης του Αγώνα.
Μετά την καταστροφή της Τριπολιτσάς, οι λεηλασίες που ακολούθησαν και οι σφαγές των Τούρκων, από τους Έλληνες, θα προκαλέσουν την αποστροφή πολλών φιλελλήνων, που είχαν πάρει μέρος στη μάχη και οι οποίοι θα επιστρέψουν στην Ευρώπη.
ο Δημήτριος Υψηλάντης
Ανάμεσα στους φιλέλληνες εθελοντές ο Δ. Υψηλάντης διάλεξε ως «προγυμναστήν στρατιωτικό» τον Κορσικανό έμπειρο αξιωματικό του γαλλικού στρατού Baleste, ο οποίος, από τον Ιούνιο του 1821 θα αναλάβει την οργάνωση στρατιωτικής μονάδας εκπαιδευμένης σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αργότερα θα διευθύνει τον αγώνα των Κρητικών.
Ο Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός Maxime Raybeau, θα δράσει στην Ελλάδα, από τον Ιούλιο του 1821 και θα εκδώσει αργότερα βιβλίο με τις αναμνήσεις του, πολύτιμη πηγή για την ιστορία της επανάστασης.
Με πρωτοβουλία του εύπορου Σκωτσέζου αξιωματικού Τόμας Γκόρντον φθάνει, τον Αύγουστο του 1821, ένα καράβι φορτωμένο με όπλα και πολεμοφόδια. Ο Συνταγματάρχης Γκόρντον θα πάρει μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Θα πληρώσει, ακόμη, και τα έξοδα για οκτώ Έλληνες και ορισμένους Γάλλους φιλέλληνες, μεταξύ των οποίων και οι Olivier Voutier και ο Maurice Persat. Θα γράψει δίτομη ιστορία των γεγονότων, από τις πιο έγκυρες.
ο Σκοτσέζος Τόμας Γκόρντον
Ο, επίσης Σκώτος, Τζορτζ Φίνλεϊ, συμμετείχε στον Αγώνα από το 1823. Μετά την απελευθέρωση έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, ως ανταποκριτής των «Τάιμς του Λονδίνου».
Ο Βυρτεμβέργιος στρατηγός Νόρμαν θα αποκρούσει, μαζί με τους εθελοντές την τουρκική επίθεση στο Ναβαρίνο. Θα περιλαμβάνεται μέσα στους επιτελείς του Μαυροκορδάτου.
Τον Μάιο του 1822 κηρύχθηκε επίσημα η σύσταση φιλελληνικού σώματος, από Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και Πολωνούς. Το τάγμα των Φιλελλήνων ήταν χωρισμένο σε δύο λόχους με αρχηγούς τον Ελβετό Chevalier και τον Πολωνό Mizewski, ενώ τη διοίκησή του ανέλαβε ο Ιταλός Dania.
Ωστόσο υπήρξαν και επιφυλάξεις για τη συμμετοχή ορισμένων φιλελλήνων από φόβο μην συνδεθεί ο αγώνας των Ελλήνων με αναρχικά κινήματα της Ευρώπης. Γι' αυτό, αρχικά αντέδρασαν στην κάθοδο του Ιταλού επαναστάτη, πρώην υπουργού των Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Πεδεμοντίου Santorre Di Santa Rosa (Σανταρόζα). Ο Ιταλός επαναστάτης θα πεθάνει στη Σφακτηρία σε αναμέτρηση εναντίον των δυνάμεων του Ιμπραήμ. Γνωστοί Ιταλοί φιλέλληνες ήταν και οι Tarella και Gubernati, με συμμετοχή σε κρίσιμες μάχες.
ο Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού Frank Abney Hastings
Με την ίδια επιφυλακτικότητα έγινε δεκτός και ο Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού Frank Hastings, ο οποίος ενίσχυσε γενναιόδωρα τον Αγώνα από την προσωπική του περιουσία και με τις ναυτικές του ικανότητες συμβάλλει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του εχθρού.
Ο Ρωσικός φιλελληνισμός εκδηλώθηκε με την προεπαναστατική ίδρυση και δράση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό, τη συμμετοχή Ρώσων σ' αυτή και με τη συγκρότηση και αποστολή στη Μολδοβλαχία εθελοντών σωμάτων, την αποστολή εφοδίων, τη μετάφραση και κυκλοφορία επαναστατικών προκηρύξεων και μελετημάτων και τη φιλελληνική λογοτεχνική παραγωγή με εκπρόσωπο τον Αλεξάντρ Πούσκιν, ο οποίος έγραψε το ποίημα «ξεσηκώσου Ελλάς». Πολλοί Ρώσοι αγωνίστηκαν ως μέλη πληρωμάτων του επαναστατικού στόλου, αλλά και των σωμάτων ξηράς.
Νέα φιλελληνικά Κομιτάτα ιδρύονται στη Γαλλία και ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος θα γίνει η ψυχή της φιλελληνικής κίνησης στην Ελβετία και Γαλλία.
ο Κάρολος Φαβιέρος
Το 1825, ο Γάλλος Κάρολος Φαβιέρος (Charles Fabvier) ορίζεται διοικητής του τακτικού στρατού των Ελλήνων., ενώ ο Γάλλος αξιωματικός του ναυτικού Jourdain, θα πάρει μέρος με τη μοίρα του Μιαούλη στις επιχειρήσεις στο βόρειο Αιγαίο.
Γνωστοί φιλέλληνες ήταν και ο γερμανός Καρλ Γκούσταβ Χάιντεκ, ο Βρετανός στρατηγός Ρίτσαρντ Τσορτς, ο Ελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ και ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Κάνινγκ που συνέβαλε αποφασιστικά στην «ελληνική υπόθεση».
Στη μάχη στο Πέτα της Ηπείρου, από τους εκατό φιλέλληνες μόλις καμιά τριανταριά σώθηκαν από τη σφαγή. 34 Γερμανοί, 12 Ιταλοί, 9 Πολωνοί, έξι Γάλλοι, 3 Ελβετοί, 1 Ολλανδός, 1 Ούγγρος και ένας Μαμελούκος χάθηκαν πολεμώντας για την ελληνική απελευθέρωση. Ανάμεσά τους και οι ανώτεροι αξιωματικοί, Tarella, Dania, Mizewski, Chevalier. Ο Νόρμαν, τραυματισμένος θα πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο Μεσολόγγι. Το τάγμα των Φιλελλήνων είχε ουσιαστικά διαλυθεί.
Με την εμφάνιση του ποιητή λόρδου Βύρωνα, (Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον) στην ελληνική σκηνή, του πιο γνωστού και, ίσως του πιο σημαντικού φιλέλληνα, αρχίζει μια νέα περίοδος για τον φιλελληνισμό στην Ελλάδα. Ο διάσημος Άγγλος ποιητής έφθασε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1823 για να βοηθήσει με ενθουσιασμό τον Αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Ο θάνατός του στο Μεσολόγγι, στα 36 του χρόνια, θα προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση.
Το 1880, ο Φ. Ντοστογιέφσκι, σ' έναν πανηγυρικό λόγο, για τον Πούσκιν, θα γράψει: «Στην πιο μίζερη στιγμή της Ιστορίας της γηραιάς ηπείρου ανατέλλει στο ευρωπαϊκό στερέωμα η γεμάτη πάθος διάνοια του λόρδου Βύρωνα. Είναι η χρονική στιγμή της κατάρρευσης των οραμάτων, των ελπίδων και των ειδώλων της Γαλλικής Επανάστασης. Η λύρα του ποιητή εκφράζει τώρα τη θλίψη και την απογοήτευση της Ανθρωπότητας για τις φρούδες ελπίδες και τα απατημένα ιδανικά. Μια νέα, πρωτόφαντη Μούσα της εκδίκησης και της θλίψης, της κατάρας και της απελπισίας, προβάλλει. Είναι το πνεύμα του βυρωνισμού που, αναπάντεχα όσο και ολοκληρωτικά, θα θρονιάσει στο μυαλό και το συναίσθημα των ανθρώπων.»
ο Edward Everett
Ο Edward Everett, ελληνιστής, πολιτικός και καθηγητής στο Χάρβαρντ, πρώτος Αμερικανός που επισκέφθηκε την Ελλάδα, καλλιέργησε και ενίσχυσε με κάθε τρόπο τον φιλελληνικό «πυρετό» στις Η.Π.Α.
Ο Daniel Webster, διαπνεόμενος από έντονα φιλελληνικά αισθήματα, τόνιζε «το χρέος του πολιτισμένου κόσμου προς τη γη της επιστήμης, της ελευθερία και των τεχνών, ένα χρέος που δεν μπορεί ποτέ να εξοφληθεί». Κι ακόμη ο Ντουάιτ κι ο Κλέι.
Κι ο ίδιος ο πρόεδρος των Η.Π.Α. James Monroe, το 1822 λέει: «Το όνομα της Ελλάδας γεμίζει τον νου και την καρδιά με τα υψηλότερα και ευγενέστερα αισθήματα». Στον επίσης πρόεδρο των Η.Π.Α., Tomas Jefferson, θα απευθυνθεί ο Κοραής, για να ζητήσει τη συμπαράστασή του στον ελληνικό Αγώνα.
Στην Ύδρα φθάνει, επίσης, ο γιος του Αμερικανού προξένου στο Αμβούργο, Jarvis, ή Γεώργιος Ζέρβης, όπως τον αποκαλούσαν οι Έλληνες, που θα αφοσιωθεί στην απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Άλλοι Αμερικανοί εθελοντές ήταν ο Τζόναθαν Μίλερ και ο ιατρός και παιδαγωγός, Σάμιουελ Γκρίνλι Χάου.
Συνολικά, από στοιχεία που δημοσιεύονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, της «Εκδοτικής Αθηνών», ήρθαν στην Ελλάδα, από το 1821 μέχρι και το 1825, κατά εθνικότητα, οι φιλέλληνες: 342 Γερμανοί, 196 Γάλλοι, 137 Ιταλοί, 99 Άγγλοι, 35 Ελβετοί, 30 Πολωνοί, 17 Ολλανδοί και Βέλγοι, 16 Αμερικανοί, 9 Ούγγροι, 9 Σουηδοί, 8 Δανοί, 9 Ισπανοί και 33 άγνωστης εθνικότητας, συνολικά 940, από τους οποίους οι 313 έπεσαν στα πεδία των μαχών ή υπέκυψαν στις κακουχίες του πολέμου.
 

ΠΗΓΗ: http://www.apodimos.com/arthra/2010/June/FILELLHNISMOS_KAI_FILELLHNES/index.htm




Share/Bookmark

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Ψυχολογία των Μαζών


 Εάν  η  μάζα    το  πλήθος,  οι  δύο  αυτές  λέξεις  είναι  ταυτόσημες  από  την  άποψη  της ψυχολογίας) αποτελεί σήμερα (αυτονόητη, αλλά διόλου ξεκάθαρη) κατηγορία της σκέψης μας και αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης, αυτό οφείλεται στο βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας. Έχει ενδιαφέρον να σχεδιάσουμε και να τοποθετήσουμε στον περίγυρό τους, έστω και  με  αδρές  γραμμές,  τις  ασυνήθιστες (για  κάποιους  αδιαμφισβήτητες,  για  κάποιους υπερτιμημένες, και οπωσδήποτε παραγνωρισμένες και ταυτόχρονα μυθοποιημένες) καριέρες του συγγραφέα και του έργου του.
 Ο Le Bon γεννήθηκε στη γαλλική - αστική - επαρχία του 1841, εν μέσω ενός 19ου αιώνα που αποτελούσε θέατρο της πάλης μεταξύ Επανάστασης και Παλινόρθωσης. Ανδρώνεται και αναλαμβάνει την επιστημονική-εκλαϊκευτική του δράση καθώς λοιπόν ανθεί η πρόοδος (και οι  αντιφάσεις  της):  βιομηχανική  επανάσταση,  επιστήμη  και  τεχνική,  δημοκρατία  και σοσιαλισμός, ανησυχητικά λαϊκά κινήματα, πόλεμοι και εμφύλιοι σπαραγμοί, κοινωνική και πολιτική  αστάθεια -  αναρίθμητες αλλαγές  κυβερνητικών  σχημάτων,  γαλλο-πρωσικοί πόλεμοι και Κομμούνα, Boulanger και Dreyfus... Παρακολουθεί τις περιγραφές και τις ερμηνείες των ριζικών κοινωνικών μεταβολών που οδηγούν στη δημιουργία ενός κόσμου περίπου όπως τον ξέρουμε ως τα τέλη του 20ού αιώνα (διαίρεση της εργασίας, αστυφιλία, δημιουργία  του  έθνους-κράτους,  ενδυνάμωση  της  κεντρικής  εξουσίας,  γενίκευση  του δικαιώματος ψήφου, εξάπλωση των δικτύων συγκοινωνιών και επικοινωνιών, σχηματισμός της «κοινής γνώμης»)… αλλά και φυσικά των ψυχοκοινωνικών, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιπτώσεων αυτών των μεταβολών: διαμελισμός των κοινωνικών σχέσεων, αποδυνάμωση των  πρωτογενών  ομάδων  όπως  η  ευρεία  παραδοσιακή  οικογένεια,  αποπροσωποίηση, απομόνωση και «αλλοτρίωση» των ατόμων σε ολοένα και διευρυνόμενα κοινωνικά σύνολα «χαλαρού κοινωνικού ελέγχου», σημασία των μαζικών επικοινωνιών... Θα έλεγε σχεδόν κανείς ότι ο κόσμος της εποχής του γινόταν ένα υπερβολικά πολύπλοκο μωσαϊκό και ότι περίμενε μια απλή ιδέα που να συνοψίζει και να ερμηνεύει την πορεία που ακολουθούσε, αλλά και μια ιδέα η οποία, εφαρμοζόμενη, να μπορεί να γιατρέψει την αδυναμία των κυβερνήσεων να διαχειριστούν την πρωτοφανή κοινωνικο-πολιτική αστάθεια. Η ιδέα αυτή -η σημασία των μαζών στην Γαλλία της εποχής και γενικότερα στο μοντέρνο κόσμο - ωρίμαζε ενδεχομένως   πολλά   χρόνια   στο   νου   του   υπερδραστήριου   πανεπιστήμονα και πολυγραφότατου αυτού τέκνου ενός είδους φιλελεύθερης, αντεπαναστατικής,  (και οιονεί «αντιλαϊκής» και «αντιπροοδευτικής») αστικής παράδοσης. Αφού εγκατέλειψε την ιατρική, ασχολήθηκε με τις (λιγότερο ή περισσότερο εκλαϊκευμένες) πειραματικές μελέτες (για το κάπνισμα, την ασφυξία, την ανατομική και μαθηματική διερεύνηση του κρανιακού όγκου, την ιππασία, τις συσκευές εγγραφής εικόνας και ήχου, τη φυσική επιστήμη…), αλλά και με την ανθρωπολογία και τη λαογραφία. Μετά από ένα πλήθος συγγραμμάτων, τα οποία του εξασφάλιζαν τα προς το ζην και την ευρύτερη κοινωνική αναγνώριση, αλλά όχι και την είσοδο  στο  Πανεπιστήμιο, που  φέρεται  ότι  παρέμεινε  το  ανεκπλήρωτο  όνειρό  του, στράφηκε, τις αρχές της δεκαετίας του 1880, στην «ψυχολογία των λαών». Δημοσιεύει το 1881 τον Άνθρωπο και τις κοινωνίες, όπου σε δύο τόμους (Η φυσική και νοητική ανάπτυξη του ανθρώπου και Η ανάπτυξη των κοινωνιών), και παρά τις στερεότυπες αξιολογήσεις που σήμερα θα μας φαινόντουσαν ιδιαίτερα απωθητικές, συνοψίζει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις ανθρωπολογικές γνώσεις της εποχής του, συντάσσοντάς τες σε ένα είδος κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας που ονομάζει  «επιστήμη του ανθρώπου». Διαμορφώνει μια θεωρία  του  ανορθολογικού  (διερευνώντας  μύθους  και  θρύλους)  και,  κυρίως,  θέτει  τα θεμέλια μιας ψυχοκοινωνιολογικής προσέγγισης, την οποία συνεχίζει στους Ψυχολογικούς νόμους της εξέλιξης των λαών (1894) και αναπτύσσει πλήρως στην Ψυχολογία των μαζών (1895) και στην Πολιτική Ψυχολογία (1910).
  Μια πρώτη παρένθεση εδώ ως προς τη σημασία των εννοιών του ατόμου και της κοινωνίας στη συγκρότηση της πρώιμης ψυχοκοινωνικής σκέψης: η ατομική οπτική πριμοδοτεί την ιδέα ενός ανθρώπου που συνεργάζεται με τους άλλους είτε κατόπιν ελεύθερης απόφασης είτε ωθούμενος  από  το  ένστικτο,  ενώ  η  κοινωνική  οπτική  τείνει  να  τον  αποστερήσει  της ατομικότητάς   του   και   να   τον   αντιμετωπίζει   ως «αιχμάλωτο»   των   κοινωνικών καταναγκασμών. Ο διαφωτισμός έχει προάγει την ιδέα ενός ορθολογικού ατόμου που μπορεί και  πρέπει  να  απελευθερωθεί  από  τις  σκοτεινές  και  υπόγειες  δυνάμεις  που  τον υποδουλώνουν, βρίσκει όμως ένα είδος αντίστιξης στον εθνικισμό, ο οποίος εισηγείται την επιστροφή στις παραδόσεις υλοποιώντας τον κοινοτικό δεσμό στο λαό (volk), πνευματική οντότητα που ενώνει τα άτομα της ίδιας φυλής, τα οποία μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τα ίδια σύμβολα, έθιμα, ήθη, πολιτισμό. Στην Ψυχολογία ως επιστήμη (1824-25), ο Herbart θέτει τις βάσεις για τη συστηματική μελέτη του volkgeist (πνεύμα του λαού), ενώ ο Wundt, αν και γνωστός ως πατέρας της ατομικής πειραματικής ψυχολογίας, διατυπώνει ξεκάθαρα την άποψη ότι οι πλέον πολύπλοκες όψεις της πνευματικής ζωής όπως η γλώσσα και η σκέψη είναι  κοινωνικά  προσδιορισμένες,  πρέπει  να  μελετηθούν  στο  πλαίσιο  μιας  συλλογικής ψυχολογίας προστρέχουσας σε κοινωνικο-ιστορικές μεθόδους (π.χ. την παρατήρηση).
Να πούμε εδώ σε μια δεύτερη παρένθεση ότι η μάζα (αυτή τη φορά περισσότερο με την έννοια που δίδουμε στη λέξη όχλος) φτάνει στην πένα του Le Bon έχοντας μια επιστημονική προϊστορία ως αξιοπερίεργος (κυρίως όμως επικίνδυνος) κοινωνικός «εταίρος»: άθροισμα ανένταχτων  ατόμων  προερχόμενο  από  την  αποσύνθεση  της  παλιάς  κοινωνικής  δομής (μοναχικοί,  άνεργοι,  περιθωριακοί…),  ασταθής,  ανορθολογική  και  εκτός  επίσημου κοινωνικού  ελέγχου «οργάνωση» (όπως  π.χ.  οι  οπαδοί  κάποιας  σέκτας  ή  κάποιας ποδοσφαιρικής ομάδας) και που οδηγούνται συνεπώς στην τρέλα και τη βία.
Τίθεται λοιπόν το θέμα του «ελέγχου» των μαζών, στο οποίο συνυπάρχουν
(α) όψεις «κοινωνικής φυσικής» (μελέτη  του «μέσου  ανθρώπου»  με  απαρχή  τον  οποίο  μπορούν  να  αξιολογηθούν  τα παθολογικά φαινόμενα που εμφανίζονται σε μία κοινωνία και να υπάρξει μια πρόβλεψη για τη  ροπή  κάποιου  ατόμου  στην  εγκληματικότητα,  ανάλογα  με  τα  ψυχοκοινωνικά  του χαρακτηριστικά),
(β) όψεις «εγκληματολογικής ανθρωπολογίας» (βλ. Lombroso, σύμφωνα με τον οποίο τα πλήθη (φύσει εγκληματικά), αποτελούνται από άτομα εγκληματικών τάσεων ή   που   ακολουθούν   δυνητικούς   εγκληματίες)   και   τέλος
(γ) όψεις «πολιτικής ψυχοπαθολογίας»  (βλ.  Sighele,  για τον  οποίο  η  (εγκληματική)  μάζα ταυτίζεται  με  τις (πολιτικά) επικίνδυνες τάξεις, αποτελούμενες από αναρχικούς, σοσιαλιστές, απεργούς κ.λπ., ανθρώπους που για διάφορους λόγους οδεύουν προς κάθε είδους εξέγερση - εδώ συνεπώς ο έλεγχος   της   μάζας   συνίσταται   στην   αστυνόμευση   και   την   καταστολή   ψυχικά διαταραγμένων, κοινωνικά κατώτερων, βίαιων και πολιτικά επικίνδυνων ομάδων.
Ποια είναι λοιπόν αυτή η περίφημη ψυχολογία της μάζας του Gustave Le Bon; Στη μάζα δεν έχουμε πλέον απλώς ένα συνονθύλευμα ατόμων, αλλά ένα σύνολο από άτομα που έχουν μία νοητική ενότητα, που συγχωνεύονται σε ένα κοινό αίσθημα και πνεύμα. Εάν το άτομο χαρακτηρίζεται από την κριτική ικανότητα, τη συνείδηση και τη λογική, εάν μπορεί να σκεφτεί και να αξιολογήσει τις καταστάσεις και τη θέση του μέσα σ’ αυτές, στη μάζα τα άτομα εξισώνονται προς τα κάτω. Ο πιο μορφωμένος και ο πιο ψύχραιμος καταντά να αξίζει όσο  και  ο  λιγότερο  ορθολογικός  και «πολιτισμένος»:  η  συνείδηση  είναι  ατομική,  το ασυνείδητο είναι συλλογικό…
Στην κυριαρχία αυτή των βαθύτερων και ανορθολογικών τάσεων οφείλεται και το αίσθημα ακατανίκητης δύναμης που χαρακτηρίζει τη μάζα (και που εντείνεται  από  τον  μεγάλο  αριθμό,  την  ανωνυμία  και  την  ανευθυνότητα):  το  άτομο κυριεύεται  από  ένστικτα  που  αν  ήταν  μόνο  του  θα  περιόριζε.  Παράλληλα  οι  μάζες χρειάζονται ένα ηγέτη, ο οποίος δεν τα πείθει με τη δύναμη των λογικών του επιχειρημάτων, αλλά τα υπνωτίζει. Η επικοινωνία με τη μάζα (προπαγάνδα) έχει μία ανορθολογική βάση, τις συλλογικές πεποιθήσεις και, κυρίως, ένα εργαλείο, την υποβολή (άμεση ή από απόσταση). Η τελευταία συνίσταται στο να «βάζουμε» στο μυαλό του «μαζικού ανθρώπου» μια ιδέα και αυτός να αισθάνεται ότι την έχει σκεφτεί ο ίδιος, να ταυτίζεται με αυτήν. Πρόκειται για μια ειδική κατάσταση (και για την οποία γινόταν πολύς λόγος την εποχή εκείνη), παραπλήσια προς αυτήν της σαγήνης που ασκεί ο υπνωτιστής στον υπνωτισμένο, χαρακτηριζόμενη από την παραλυσία της ζωής του εγκεφάλου, την εξαφάνιση της συνειδητής προσωπικότητας, της κρίσης και της βούλησης και την κυριαρχία των ασυνείδητων δραστηριοτήτων. Ένα από τα αποτελέσματα της υποβολής είναι και η νοητική μετάδοση, δηλαδή η έντονη και ταχεία μετάδοση συναισθημάτων και πράξεων στο εσωτερικό της μάζας, κάτι που κατά τον Le Bon εξηγεί και το γιατί ο άνθρωπος της μάζας θυσιάζει τόσο εύκολα το ατομικό του συμφέρον στο συλλογικό, πράγμα αντίθετο προς την (ατομική, συνειδητή και ορθολογική) φύση του.
Αυτό που μας περιγράφεται αποτελεί ένα είδος νοητικής και πολιτισμικής παλινδρόμησης, οπισθοχώρησης πολλών βαθμίδων στην κλίμακα της προόδου: το άτομο δεν μπορεί πλέον να αξιολογήσει ό,τι υποπίπτει στην αντίληψή του, ούτε και να ελέγξει τις συγκινήσεις και τις ενέργειές του, γίνεται ένας βάρβαρος, που αισθάνεται και πράττει χωρίς κριτικό πνεύμα ό,τι και οι άλλοι γύρω του, που έχει την τάση να μετατρέπει αμέσως σε πράξη τις ιδέες στις οποίες έχει υποβληθεί, που εν ολίγοις είναι άβουλο θύμα των ασυνείδητων διεργασιών, κυρίως σε ό,τι αφορά θέματα που το συναίσθημα υπεισέρχεται σε μεγάλο βαθμό, όπως η θρησκεία, η πολιτική, οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες κ.λπ.
Τα μαζικά άτομα συνεπώς δεν μπορούν να σκεφτούν λογικά, δεν γνωρίζουν τις αποχρώσεις,  δεν  ανέχονται  τον  αντίλογο  και  δεν  προάγουν  στο  εσωτερικό  τους  τις διαλεκτικές συζητήσεις, υιοθετώντας ή απορρίπτοντας τις απόψεις στο σύνολό τους. Είναι ετεροκίνητα,  εύπιστα,  ευμετάβλητα,  ασταθή,  παρορμητικά,  μισαλλόδοξα,  δογματικά, ουτοπικά, αυταρχικά και συντηρητικά - ειδικά το τελευταίο σημαίνει ότι τείνουν πάντα να επαναφέρουν  την  τάξη  πραγμάτων  την  οποία  μόλις  ανέτρεψαν  και  συνεπώς  ότι  η επαναστατικότητά τους είναι μυθώδης και φαινομενική. Τα συναισθήματα που γνωρίζουν είναι σχεδόν πάντοτε ακραία και βίαια, η συμπάθεια μετατρέπεται εύκολα σε λατρεία και η αντιπάθεια σε μίσος. Η ηθικότητά τους μπορεί να είναι πολύ μικρότερη, αλλά και πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των μεμονωμένων ατόμων, γι’ αυτό και πολλές φορές η (ασυνείδητη,έστω) αφοσίωση σε ένα στόχο και η αυταπάρνησή τους δεν αποκλείεται να συνεισφέρουν στην  ανάπτυξη  του  πολιτισμού (φαινομενικά  τουλάχιστον,  διότι  η  πρόοδος  τείνει  να αποδίδεται στις προσπάθειες κάποιων μεμονωμένων ατόμων).
Η νοητική συγκρότηση της μάζας την καθιστά συνεπώς ιδιαίτερα ευπρόσβλητη σε απλοϊκές θεμελιώδεις  ιδέες,  βαθειά  ριζωμένες  στο  ασυνείδητο,  που  αποτελούν  μέρος  των «κληρονομικών» αποθεμάτων του κάθε έθνους. Οι ιδέες που για διάφορους συγκυριακούς λόγους εισέρχονται στη συλλογική ψυχή, μπορεί να αποκτήσουν τεράστια δύναμη και να έχουν  σημαντικότατες  επιπτώσεις,  οδηγώντας  σε  πολέμους  και  επαναστάσεις.  Οι συλλογισμοί της μάζας είναι «πρωτόγονοι», χονδροειδείς, αναλογικοί, γενικευτικοί κ.λπ., ενώ καταλαβαίνουμε γιατί οι εικόνες μπορεί να ασκήσουν μεγάλη επιρροή στη φαντασία της. Η τελευταία είναι και η κατεξοχήν έδρα της «πνευματικής ζωής» του πλήθους, και η τέχνη της διακυβέρνησής τους συνίσταται στην τέχνη της έξαψης και του εντυπωσιασμού, της διέγερσης αυτής της φαντασίας,  κυρίως μέσω δυνατών και υποβλητικών εικόνων, λέξεων και συνθημάτων, ύμνων και τραγουδιών κ.λπ.
Η μάζα είναι ύλη παθητική και εύπλαστη, ο ηγέτης αποτελεί τη σταθερή και δραστήρια μορφή έξω από την οποία δεν μπορεί να νοηθεί: «Από τη στιγμή που υπάρχει συνένωση κάποιου αριθμού έμβιων όντων, είτε πρόκειται για ένα κοπάδι ζώα είτε για ένα ανθρώπινο πλήθος, τα όντα αυτά τίθενται ενστικτωδώς υπό την εξουσία ενός αρχηγού, δηλαδή ενός ηγέτη.(...) Το πλήθος είναι ένα κοπάδι που δεν θα μπορούσε να κάνει χωρίς αρχηγό». Η άποψη που έχει ο Le Βοn για τον ηγέτη είναι αυτή ενός παρεκκλίνοντος, ενός νευρωτικού ημιπαράφρονα, που αδυνατεί να έρθει σε υγιή επαφή με τους άλλους και να κάνει τους συμβιβασμούς που απαιτεί η ομαλή κοινωνική ζωή και, κυρίως, ενός ατόμου που υπήρξε πρώτα  υπνωτισμένο «θύμα»  της  ιδέας  της  οποίας  στη  συνέχεια  έγινε  ο  απόστολος.
Σημαντικότατα χαρακτηριστικά του είναι η δύναμη, η θέληση, η πίστη και η επιμονή, στις οποίες τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί. Για να πείσει τη μάζα, ο ηγέτης επιστρατεύεται κυρίως την απλή και ξεκάθαρη κατάφαση  (η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διείσδυση  μιας  ιδέας  στο  πνεύμα  του  πλήθους  χωρίς  τη  μεσολάβηση  συλλογισμών, αποδεικτικών στοιχείων και διαλεκτικών αντιθέσεων που ενέχουν αποδοχή της αμφιβολίας) και  την επανάληψη , που συμπληρώνει το έργο της προηγούμενης. Με τον τρόπο αυτό η εν λόγω ιδέα φτάνει τις βαθιές περιοχές του ασυνειδήτου όπου σφυρηλατούνται τα κίνητρα των πράξεών  μας.  Αποτέλεσμα  δεν  είναι  απλά  να  πιστεύουμε  αυτή  την  ιδέα,  αλλά  να διακατεχόμαστε από αυτήν, έχοντας φυσικά ξεχάσει τη διαδικασία που βρίσκεται στη βάση αυτής της ιδεολογικής μας διαμόρφωσης  (και αλλοτρίωσης). Σχηματίζεται ένα  «ρεύμα γνώμης»  το οποίο,  μέσω  του  προαναφερθέντος  ισχυρότατου  μηχανισμού  της  νοητικής μετάδοσης, «μολύνει» όλα τα άτομα της μάζας - ο Le Bon παρομοιάζει εδώ τις ιδέες και τις συγκινήσεις με τα μικρόβια.
Ιδιότητα-κλειδί στην κατανόηση της δράσης του ηγέτη είναι το γόητρο, έννοια το ίδιο γοητευτική και ασαφής με τις υπόλοιπες και η οποία παραπέμπει σε ένα είδος «...γοητείας που ασκεί επί του πνεύματός μας ένα άτομο, ένα έργο ή μια κοσμοθεωρία, γοητεία που παραλύει όλες μας τις κριτικές ικανότητες και γεμίζει την ψυχή μας με έκπληξη και σεβασμό.» Διακρίνει δε το επίκτητο γόητρο (που προσδίδεται από το όνομα, την περιουσία, τη  φήμη  και  την  κοινωνική  θέση)  από  το  προσωπικό,  που  δεν  σχετίζεται  με  τους προηγούμενους  παράγοντες  και  πηγάζει  από  την  έμφυτη  δύναμη  του  προσώπου  να μαγνητίζει, να σαγηνεύει και να πείθει. Όμως η αποτυχία σε ό,τι φέρεται να έχει αναλάβει ο ηγέτης  συνεπάγεται  και  την  εξαφάνιση  του  προσωπικού  γοήτρου,  ο  δε  ηγέτης  που αποτυγχάνει καταβαραθρώνεται με την ίδια αστραπιαία ταχύτητα με την οποία η μάζα τον είχε  λατρέψει:  ξέρουμε  πώς  πίσω  από  την  απεριόριστη  εξουσία  εν  τη  απουσία νομιμοποίησης ελλοχεύει η ρετσινιά του «σφετεριστή». Να σημειώσουμε τέλος ότι για τον Le Bon, τα διάφορα στοιχεία ενός πολιτισμού (επιστήμες, τέχνες, λογοτεχνία κ.λπ.) ενέχουν ένα γόητρο που συνεπάγεται την ασυνείδητη μιμητική διάδοση ιδεών ή θεωριών σε γενεές ολόκληρες.
Η ευρηματικότητα και η συνοχή της θεωρητικής κατασκευής που παρουσιάζει ο Le Bon,είναι βέβαια εντυπωσιακές - τουλάχιστον όσο και η (έστω και μετά παρρησίας) εμπάθειά τους, καθώς βέβαια και η επιστημονική αμφισβητησιμότητά τους… Δεν θα αναφερθούμε όμως εδώ παρά στην ευρύτερη σημασία του έργου του.
Οι ιδέες του Le Bon είχαν τεράστια απήχηση παγκοσμίως, τόσο στο επιστημονικό όσο και στο  ευρύ  κοινό.  Η  Ψυχολογία  των  μαζών  μεταφράστηκε  σε  πάμπολλες  γλώσσες  και επανεκδόθηκε δεκάδες φορές, αποτελώντας ένα από τα απόλυτα (επιστημονικά-δοκιμιακά) best-seller όλων των εποχών. Δεν απορούμε που οι ιδέες αυτές αποτελούν σημαντικό μέρος του (επιστημονικού, ώς κάποιο, για πολλούς σημαντικό, βαθμό), αλλά και του καθημερινού τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε τις μάζες και γενικότερα την πολιτική.
Ο  τρόπος  προσέγγισης  ορισμένων  συλλογικών  φαινομένων  που  εγκαινιάζει ο  Le  Bon απεδείχθη καθοριστικός ως προς την εξέλιξη της κοινωνικής ψυχολογίας (και διάφορων «εκδοχών» της όπως η συλλογική και η πολιτική ψυχολογία). Η Ψυχολογία των μαζών ενέπνευσε τα δύο πρώτα  (αγγλοσαξωνικά) εγχειρίδια κοινωνικής ψυχολογίας και έθεσε πλήθος  ζητημάτων,  όψεις των  οποίων  διερευνώνται  μέχρι  σήμερα  με  κάθε τρόπο  και συζητώνται με πάθος, έχοντας δώσει αφορμή για την εκπόνηση και την εξέλιξη κάθε είδους υποθέσεων και θεωριών, αποτελώντας κλασικά πλέον αντικείμενα της ψυχολογικής και της ψυχοκοινωνιολογικής έρευνας (επιρροή, πειθώ, συμμόρφωση, ηγεσία, επικοινωνίες κ.ά.).
Αλλά και η γερμανική κοινωνιολογία (του Simmel και του Von Wiese μεταξύ άλλων) ασχολήθηκε σε βάθος με το σύστημα που πρότεινε ο Le Bon, ενώ, όπως είναι φυσικό, το («κριτικό»)  αυτό  σύστημα  αυτό  έχει  ουσιώδη  θέση  στην  σκέψη  της  Σχολής  της Φραγκφούρτης αναφορικά με τη μαζική κοινωνία. Βρίσκουμε επίσης τη σκέψη του Le Bon σε κλασικές μελέτες αναφορικά με τα πολιτικά κόμματα (βλ. Robert Michels), καθώς βέβαια και αναφορικά με τις μορφές κυριαρχίας και εξουσίας και το περίφημο αυτό χάρισμα (Max Weber).
Όχι μόνο ο Le Bon συμμετείχε (μέσω του κοινωνικού του δικτύου και του «σαλονιού» του) στη γέννηση της ψυχολογίας στην Γαλλία  (έχοντες ούτως ή άλλως σχέσεις με πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης, όπως ο Poincarrι, o Ribot, ο Bergson κ.ά.), αλλά η «επίσημη» γαλλική κοινωνική ψυχολογία, που εγκαινιάζεται με τον Gabriel Tarde, εμπνέεται εν πολλοίς από τις έννοιες του Le Bon. Η περιγραφή της μάζας που προτείνει ο Tarde (για  να  μείνουμε  σ’  αυτή  μόνο  τη  διάσταση  των  γραπτών  του)  ελάχιστα διαφοροποιείται από την περιγραφή του Le Bon (κρατάει την υποβολή και την ύπνωση προσθέτοντας την ιδέα της μίμησης). Θεμελιώδους σημασίας είναι όμως η εισαγωγή εκ μέρους του Tarde της έννοιας του κοινού: με την πρόοδο των συγκοινωνιών και των επικοινωνιών  οπισθοχωρεί  η  σημασία  της  φυσικής  συνάθροισης  των  ατόμων  και αναδεικνύεται η βαρύτητα της συνείδησης που έχουν τα άτομα ότι η αντίληψή τους είναι ταυτόχρονη με  (και κοινή σε) ένα μεγάλο αριθμό άλλων ατόμων  - η ιδέα λοιπόν της νοητικής μετάδοσης γονιμοποιεί έτσι προσεγγίσεις και ερμηνείες όχι μόνο κάθε συλλογικού φαινομένου, αλλά και της σύγχρονης κοινωνικής ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις, όπου οι μαζικές  επικοινωνίες  ενέχουν  ζωτική  θέση  και  επιτρέπει  σε  ένα  είδος «κοινωνικής τηλεπάθειας»  να  συγχωνεύσει  τα  άτομα  σε  ένα  και  μοναδικό  (και  συμμορφωμένο) συλλογικό ον.
Θα ήταν αδύνατον να μην αναφερθούμε και στις σχέσεις μεταξύ Ψυχολογίας των μαζών και ψυχανάλυσης. Είναι πασίγνωστο το δοκίμιο του Freud με τίτλο Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ (1921): αποτελεί την πρώτη συστηματική προσπάθεια εκ μέρους του να
περιγράψει και να ερμηνεύσει την ίδια τη φύση του κοινωνικού δεσμού (και όχι να συνθέσει
την ιστορία του, όπως είχε κάνει στο Τοτέμ και ταμπού). Το κείμενο αυτό έχει δομηθεί και
γραφτεί σαν απάντηση σε κάποιες απόψεις και ερμηνείες του  Le Bon, απάντηση που
εμπλουτίζει και προεκτείνει δυναμικά αυτές τις απόψεις (μεταξύ άλλων μέσω της σημασίας
της λιβιδινικής φύσης των ομαδικών σχέσεων και της αμοιβαίας ταύτισης των μελών των κάθε  είδους  ομάδων),  σεβόμενη  όμως  το  περιγραφικό  τους  εύρος          (αλλά  και  την απαισιοδοξία τους, όπως επιβεβαιώνεται και από τα μετέπειτα «κοινωνικά» δοκίμια του Freud).
Η διείσδυση των ιδεών του Le Bon στον πολιτικό κόσμο και τους ηγέτες του 20ού αιώνα
είναι επίσης εντυπωσιακή. Τα συγγράμματά του ενέπνευσαν ως προς την ανάλυση των
πολιτικών καταστάσεων και των σχέσεων με τις μάζες, αλλά φυσικά και ως προς την
πρακτική της προπαγάνδας, της οποίας ο Le Bon συζητά τα θεμέλια και η οποία εξάλλου
απορρέει «λογικά» από τις ιδέες του. Συζητήθηκαν έντονα (και φυσικά αμφισβητήθηκαν)
από σοσιαλιστές και κομμουνιστές στοχαστές (όπως ο αναρχοσυνδικαλιστής Georges Sorel
και  ο  Gramsci).  Διαβάστηκαν  (και  υμνήθηκαν)  από  πολιτικούς  όπως  ο  Alessandri,  o
Roosevelt, ο Poincarrι και ο Clemeceau, χρησιμοποιήθηκαν από τον De Gaulle (στα γραπτά
του, αλλά και στο ευρύτερο πολιτικό του ύφος). Κυρίως όμως «εφαρμόστηκαν» (και με
περίσσεια μάλιστα ακρίβεια…) από τον Mussolini και τον Hitler. Ο πρώτος αναφέρθηκε
πολλές  φορές  στη  «φιλοσοφική»  επιρροή  που  άσκησαν  τα  γραπτά  του  Le  Bon  στην
οικοδόμηση του καθεστώτος του, ο δεύτερος τον «αντέγραψε» ασύστολα (όπως άλλωστε
και ο Goebbels).
Μπορούμε μετά από όλα όσα είπαμε να αναρωτηθούμε σε τι οφείλεται η σχετική σιωπή ως προς το όνομα του Le Βοn και την ψυχολογία των μαζών γενικότερα. Ίσως όμως δεν είναι
απαραίτητο… Η επίσημη άποψη για την πολιτική την θέλει να είναι στην υπηρεσία μιας
προόδου που αντλεί τη νομιμοποίησή της από το επιστημονικο-τεχνικό πρότυπο, έστω
κάπως νοθευμένο με την υπερ-σύγχρονη «διαχειριστική» διάσταση και έστω ανεχόμενο την
αναφορά σε ένα «όραμα» (και δήθεν απαλλαγμένο από κάθε σκοταδιστική σκωρία). Στην
προπαγάνδα (όπως και στη διαφήμιση) οι ιδέες του Le Bon και οι «συνταγές» που έχουν
εμπνεύσει  (ή που τον επικαλούνται) εφαρμόζονται ευρύτατα  - η μοντέρνα προπαγάνδα,
όπως αναφέρει ο Jacques Ellul, υπακούει στη διπλή αναγκαιότητα της εξουσίας και του
ατόμου:  η  κυβέρνηση  πρέπει  να  δίνει  στα (μοναχικά  και  απληροφόρητα)  άτομα  την εντύπωση ότι αυτά υπαγορεύουν τις ενέργειές της και ταυτόχρονα να τα  «απαρτιώνει»
ιδεολογικά και ψυχοκοινωνικά. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που μπορούμε να ομολογήσουμε,
θα ήταν τουλάχιστον προσβλητικό για τους σύγχρονους ψηφοφόρους (και καταναλωτές).
Άρα λοιπόν δεν είναι ούτε η κακή ποιότητα των γραπτών του, ούτε η απροσχημάτιστη και
χονδροειδής κριτική του κοινοβουλευτισμού και του σοσιαλισμού, ούτε η χρήση του από το
φασισμό οι κύριες αιτίες που η ψυχολογία των μαζών είναι τόσο λίγο στη μόδα. Ο Nye παρατηρούσε στις Απαρχές της Ψυχολογίας της μάζας  (1975) ότι οι δημοκρατικές ελίτ βρίσκουν στη μαζική ψυχολογία μια θεωρία που επιβεβαιώνει το φόβο τους απέναντι στις μάζες και ταυτόχρονα ένα εγχειρίδιο ελέγχου και χειραγώγησής τους. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να απορούμε που είμαστε τόσο απρόθυμοι να δεχτούμε το ότι η ψυχολογία των μαζών είναι, όπως ισχυρίζεται χωρίς δισταγμό ο Serge Μοscovici, μαζί με την πολιτική οικονομία, μια από τις δυο επιστήμες του ανθρώπου οι ιδέες των οποίων έφτιαξαν την ιστορία, που είμαστε τόσο απρόθυμοι να δούμε αυτή τη (σκοτεινή) όψη του παρόντος μας.

Πηγή: Πρόλογος στην Ψυχολογία των μαζών
Πρόλογος στην έκδοση από «Το Βήμα» της Ψυχολογίας των μαζών του Gustave Le Bon, 2010, (σσ. 9-17), του Νικόλα Χρηστάκη -Κοινωνικός Ψυχολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμ. Επικοινωνίας & Μ.Μ.Ε,
ΕΘΝΙΚΟ & ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-


Share/Bookmark

Υπενθύμηση σχετικά με την υποβολή σχολίων:

Παρακαλείστε να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή ενδέχεται ορισμένοι επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα ιστολόγια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Τα σχόλια θα εγκρίνονται, μόνο ενώ και εφόσον, είναι σχετικά με το θέμα, δεν αναφέρουν προσωπικούς, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, καθώς επίσης και τα σχόλια που δεν περιέχουν συνδέσμους.
Επίσης, όταν μας αποστέλλονται κείμενα (μέσω σχολίων ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), παρακαλείσθε να αναγράφετε την τρέχουσα πηγή τους σε περίπτωση που δεν είναι δικά σας. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την κατανόησή σας...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...