Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Κωστής Παλαμάς - Δεκέμβριος

Π. Πικάσο, Μητέρα και παιδί. 1902. Fogg Art Museum, Harvard University.
“Η μητερούλα στον κόρφο της κοιμίζει/ το ακριβό, το μόνο της παιδί
έξω με χιόνια Δεκέμβρης τριγυρίζει/ κι αυτή το σφίγγει και, σα να τραγουδεί
σιγομιλάει με γέλιο και τρεμούλα, η μητερούλα:
«Άγιε Νικόλα, που ξέγνοιστα χτενίζεις/ τ’ άσπρα σου γένια ψηλά στον ουρανό
και πέφτουν κάτου σωρός και μας χιονίζεις/ μην το κρυώσεις, λυπήσου τ’ ορφανό.
Λαμπάδα τρέχω σ’ εσέ ν’ ανάψω κιόλα, Άγιε Νικόλα!
Να ο Χριστός σου γεννιέται σε λιγάκι/ που αγαπάει, μικρό μου, τα παιδιά.
Ζεστό σου φέρνει καινούριο φουστανάκι/ και την ευχή του πιστή σου συνοδιά.
Κοιμήσου τώρα, και θάρθει στ’ όνειρό σου, να  ο Χριστός σου!
Κι αφού μας φύγει, δε μας ξεχνά, θ’ αφήσει/ στον Άη Βασίλη για σε παραγγελιά
χίλια παιχνίδια λαμπρά να σου χαρίσει/ και ζαχαράτα και χάδια και φιλιά.
Με τη χαρά του η χάρη του θα σμίγει/ κι αφού μας φύγει!
Τι θα μου μένει, αν γράφθη μαύρη μέρα/ για να το χάσω από την αγκαλιά;
Χωρίς παιδάκι τι είναι η μητέρα/ χωρίς πουλάκι τι θέλει κ’ η φωλιά;
Αν της πετάξει, ας πέσει χαλασμένη…Τι θα μου μένει!»”
(Κωστή Παλαμά, Άπαντα, τ. 1, εκδ. Γκοβόστης)

Share/Bookmark

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Κώστας Βάρναλης - Ανάσταση

………………………..
Άκου τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σιούνε.
Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε.
Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι
κόκκινο αυγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.
Όσ’ άστρα ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα.
Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.
Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.
Ειρήνη! Ειρήνη! Φιληθήτε οχτροί μαζί και φίλοι.

(απόσπασμα από το ποίημα «Γυναίκα», Κ. Βάρναλης)

Share/Bookmark

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας - Τάσος Λειβαδίτης*

Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)
Ο Θεός χρειάζεται τη βοήθειά μας

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
"Λάζαρε, βγες έξω", φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό...

Κι εγώ χρειάζομαι τη βοήθεια του Θεού
- Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
- Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!




Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922 είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.
    Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.
    Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.
Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».

Πηγή:  http://el.wikipedia.org/wiki/Τάσος_Λειβαδίτης

Share/Bookmark

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ* - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Ι.

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

 ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.



* Για πολλούς, "Το Μονόγραμμα" του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.
Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά.
Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Share/Bookmark

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ* - Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα


Λουντέμης Μενέλαος


Μιά φορά κι ένα καιρό,
ήταν ένα γραμμόφωνο.
Ένα ολομόναχο γραμμόφωνο.
Μα μπορεί και να μην ήτανε γραμμόφωνο
και να 'ταν μόνο ένα τραγούδι,
που ζητούσε ένα γραμμόφωνο,
για να πει το καημό του.

Μιά φορά κι ένα καιρό,
ήταν ένας Έρωτας.
Ένας ολομόναχος Έρωτας
που γύριζε με μια πλάκα στη μασχάλη,
για να βρει ένα γραμμόφωνο
για να πει το καημό του.

"Έρωτα μη σε πλάνεψαν
  άλλων ματιών μεθύσια
  και μεσ' τα κυπαρίσια
  περνάς με μι' άλλη νιά;
  Έρωτ' αδικοθάνατε,
  Έρωτα χρυσομάλλη,
  αν σ' είδαν με μιάν άλλη,
  ήταν η Λησμονιά".

Μιά φορά κι ένα καιρό,
δεν ήταν ένας έρωτας,
δεν ήταν ένας πόνος.
Ήταν μισός έρωτας -μισός πόνος-
και μιά μισή πλάκα,
που 'λεγε το μισό της σκοπό:
"Έρωτα μη σε... Έρωτα μη σε...
  έρωτα μισέ... έρωτα μισέ..."

Θε μου!
Μα δε βρίσκεται ένα χέρι!
Ένα πονετικό χέρι,
για ν' ανασηκώσει τη βελόνα
και ν' ακουστεί ξανά,
ολόκληρος ο Έρωτας,
ολόκληρο το τραγούδι:

"Έρωτα μη σε σκότωσαν
  τα μαγεμένα βέλη;
  Έρωτα Μακιαβέλλι.
  Τα μάτια που σε λάβωσαν,
  με δάκρυα πικραμένα,
  καρφιά 'ταν πυρωμένα
  και μπήχτηκαν βαθιά".

......................................................

Ποιός μου χτυπά το τζάμι;
Μη μου χτυπάτε.
Δεν είμαι 'δω.
Εδώ κατοικεί η Μοναξιά
με μόνιμη νοικάρισα τη Πλήξη.

Μη μου χτυπάτε λοιπόν το τζάμι.
Μάταια χτυπάτε.
Εγώ δε μπορώ ν' ανοίξω.
Δε μπορώ να συρτώ
ούτ' ως τη πόρτα του σπιτιού μου,
ούτ' ως τη πόρτα του άλλου κόσμου.

Μη μου χτυπάτε λοιπόν το τζάμι.
Δεν είμαι 'δω.
Εδώ ειν' ένα ξερό έντομο
σ' ένα κόσμο, -φέρετρο-
όπου απαγορεύεται -με κίνδυνο ανάστασης-
ακόμη κι ο θάνατος σου!

Μη μου χτυπάτε λοιπόν το τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στο σπίτι.
Λάθος στη πόρτα.
Λάθος στον αιώνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι΄αυτό πάψτε.
Πάψτε -για το Θεό- να μου χτυπάτε!
Σας το ξαναλέω- μή!
Εδώ δε κατοικώ εγώ.
Εδώ κατοικεί μια αιμοβόρα
κι ακροβάτισα αράχνη,
που πριν λίγο έφαγε μια πεταλούδα.
Μια χρυσή, λεπτή πεταλούδα,
που -αλίμονο- είχε τ' όνομά μου!

  Α ρα δεν είχα αγαπηθεί, αυτό ήταν όλο  
  Ί σως ανόητα υποδύθηκα το ρόλο
  Γ ελωτοποιού πολύ μετρίας κλάσης
  Λ ησμονημένος σε μιάν άχρηστη αποθήκη
  Η λίθιος κούκλος με σπασμένη μύτη
                      

(Από την ποιητική συλλογή Κάτω Απο Τα Κάστρα Της Ελπίδας)
*Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Βαλασιάδης και προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Πόλης που χρεοκόπησε μετά από την εγκατάστασή της στο ελληνικό κράτος. Σε παιδική ηλικία έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας, σύντομα όμως μπήκε στη βιοπάλη (γραμματοδιδάσκαλος, ψάλτης, εργάτης στα τεχνικά έργα του Γαλλικού ποταμού). Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και εντάχθηκε στο ΕΑΜ, όπου διετέλεσε και γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη και το 1958 πέρασε από δίκη για το βιβλίο του Βουρκωμένες μέρες. Από το 1958 ως τη μεταπολίτευση του 1974 έζησε αυτοεξόριστος στη Ρουμανία, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου του είχε αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια. Πέθανε στην Αθήνα, ενώ οδηγούσε, από καρδιακή προσβολή. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε γύρω στο 1930 με δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων στο περιοδικό Νέα Εστία. Το 1938 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Τα πλοία δεν άραξαν, για την οποία τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο της Χρυσής Δάφνης Πανευρώπης ( Παρίσι, 1951). Το σύνολο του έργου του καλύπτει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο, παιδική λογοτεχνία, μετάφραση κ.α.). Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον “ερασιτεχνικό” τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Παρόλα αυτά στο σύνολο του έργου του δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο-αφηγητή (που συνήθως παραπέμπει στον ίδιο το συγγραφέα), που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Το έργο του είναι έντονα επηρεασμένο από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία του ρεύματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόρκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.α.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία. Σε έργα του όπως το Συννεφιάζει και το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα αξιοσημείωτη είναι η ψυχογραφική τεχνική του που δημιουργεί ολοκληρωμένους, ζωντανούς χαρακτήρες, οι οποίοι συναπαρτίζουν μια ολόκληρη μικρή κοινωνία, και η αφηγηματική δύναμη.

Πηγή: Ε.ΚΕ.ΒΙ.
 

Share/Bookmark

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης - Ἡ Φυγή

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης*

Ἡ Φυγή

«Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.
»Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.
»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ἀκοῦς πῶς σκούζουν!
Οἱ λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Ἄνοιξ᾿ ἡ κόλαση καὶ μοῦ ξερνάει
τὸν μαῦρον κόσμο της γιὰ νὰ μὲ φάει.
»Βριόνη, πρόφθασε· ἀκόμη ὀλίγο,
κι ἀπὸ τὰ νύχια τους δὲ θὰ ξεφύγω.
Τ᾿ ἄλογο!... Γνώρισα τὴ φουστανέλα
τοῦ ἐχθροῦ μου τ᾿ ἄσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.
»Δὲν τόνε βλέπετε, σὰ Χάρος φθάνει
ψηλ᾿ ἀνεμίζοντας τὸ γιαταγάνι.
Νιώθω τὸ χέρι του μὲς στὴν καρδιά,
ποὺ πάει σπαράζοντας τὰ σωθικά.
»Ἀνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
ὅλα σὰ σίφουνας θὰ καταπιεῖ.
Τὸ μάτι ἐπάνω μου ἄγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.
»Κρύο τὸ σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ἀκοῦτε, ἀκοῦτε τον πῶς μοῦ φωνάζει.
Νιώθω τὸ χνότο του φωτιὰ ζεστό,
πὄρχετ᾿ ἐπάνω μου σὰ νά ῾ναι φιό.
»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο, Ὀμὲρ Βριόνη.
Ὁ ἥλιος ἔπεσε, νύχτα σιμώνει...
Ἄστρα, λυτρῶστε με· αὐτὴ τὴ χάρη
ζητάει ὁ Ἀλήπασας, πιστὸ φεγγάρι.»
Ἐμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαῦρο σὰν κόρακας, χρυσὰ ντυμένο,
ἄτι ἀξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο ἀράπικο, τὸ λὲν Βοριά.
Χτυπάει τὸ πόδι του, σκάφτει τὸ χῶμα,
δαγκάει τὸ σίδερο πὄχει στὸ στόμα.
Ρουθούνια διάπλατα καὶ τεντωμένα
ἀχνίζουν κόκκινα σὰν ματωμένα.
Ἀκούει τὸν πόλεμο καὶ χλιμιτάει.
Τ᾿ αὐτιά του τέντωσε, ἄγρια τηράει.
Ὁλόρθ᾿ ἡ χήτη του, ὁλόρθ᾿ ἡ ὁρά,
λυγάει τὸ σῶμα του σὰν τὴν ὀχιά.
Σκώνεται λαίμαργο στὰ πισινά του.
Λάμπουν τὰ νύχια του, τὰ πέταλά του.
Λὲς καὶ δὲν ἔγγιζε κάτου στὴ γῆ...
Κρῖμα ποὺ τό ῾θελαν γιὰ τὴ φυγή!...
Ὁ Λάμπρος τό ῾βλεπε κι ἀπὸ τὴ ζήλεια
κρυφ᾿ ἀναστέναξε, δαγκάει τὰ χείλια:
«Ἄτι περήφανο, νὰ σ᾿ εἶχα ἐγώ,
μέσα στὰ Γιάννινα ἤθελα μπῶ».
Ὡστόσ᾿ ὁ Ἀλήπασας, ἀπὸ τὸν τρόμο,
τὰ χήτη του ἅρπαξε, πετάει στὸν ὦμο...
Σὰ βόλι γλήγορο, σὰν ἀστραπή,
τὸ ἄτι χάθηκε μὲ τὸν Ἀλή.
Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Τοὺς ἐκυνήγαε ἀχνὴ τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη καὶ συγνεφιὰ
γύρω τους στέκονται γιὰ συντροφιά.
Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Αἵματα στάζουνε τὰ φτερνιστήρια·
ἀφροὺς σὰ θάλασσα τ᾿ ἄλογο χύνει,
σκιάζεται ὁ Ἀλήπασας, καιρὸ δὲ δίνει.
Καθὼς διαβαίνουνε, τρίζει ἕνα ξύλο,
φυσάει ὁ ἄνεμος, πέφτει ἕνα φύλλο,
πουλάκι ἐπέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πὄτρεχε μὲς στὸ λαγκάδι·
ὅλα ὁ Ἀλήπασας, ὅλα τρομάζει,
κρύος ὁ ἵδρωτας βρύση τοῦ στάζει.
Τ᾿ ἄλογο αὐτιάζεται, δὲν ἀνασαίνει,
τὰ πόδια ἐστύλωσε, λύκος διαβαίνει,
καὶ κειὸς τὰ δάχτυλα σφίγγει στὴ σέλα,
τὰ μάτια του ἔβλεπαν παντοῦ Τζαβέλα.
Παντοῦ τοῦ φαίνονται πὼς εἶν᾿ κρυμμένα
σπαθιὰ ποὺ λάμπανε ξεγυμνωμένα.
Μακριὰ τὰ γένια του, ἄσπρα σὰ χιόνι,
τὰ παίρνει ὁ ἄνεμος, σκόρπια τ᾿ ἁπλώνει
ἐμπρὸς στὸ στόμα του καὶ στὸ λαιμό,
λὲς καὶ τὸν ἔχουνε γιὰ πινιμό.
Καθὼς τὰ κύματα μὲ τὴ νοτιὰ
τὴ νύχτα χάνονται στὴ σκοτεινιά,
καὶ δὲν χωρίζουνε παρὰ οἱ ἀφροί των
ψηλὰ ποὺ ἀσπρίζουνε στὴν κορυφή των,
ἔτσι καὶ τ᾿ ἄλογο κεῖνο τὸ βράδυ
σὰν κῦμα διάβαινε μὲς στὸ σκοτάδι,
κῦμα ὁλοφούσκωτο καὶ σκοτεινό,
πὄχει τ᾿ Ἀλήπασα τὰ γένια ἀφρό.
Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ᾿ ἐδείλιασε τὸ μαῦρο τ᾿ ἄτι,
φθάνει, καὶ τρέμουνε τὰ γόνατά του·
ἀκοῦς πῶς βράζουνε τὰ σωθικά του!
Λυσσάει ὁ Ἀλήπασας καὶ βλαστημᾷ.
Τὸ φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Τὸ ἄτι φούσκωσε, βαριὰ μουγκρίζει,
δίνει ἕνα πήδημα καὶ γονατίζει.
Ἡ καρδιὰ μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ᾿ αὐτιά του γέρνουνε, πέφτει στὴ γῆ.
Σπαράζει, ἀνδρειεύεται καὶ ροχαλιάζει,
ἀπ᾿ τὰ ρουθούνια του τὸ αἷμα στάζει.
K᾿ ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἄλογο ψυχομαχάει,
βουβὸς στὴ λύσσα του ὁ Ἀλῆς τηράει,
τηράει ἀνήσυχος, ἀχνός, νὰ ἰδεῖ.
Τ᾿ αὐτιά του ἐτέντωσε ν᾿ ἀκουρμαστεῖ.
Ἀκόμα σκιάζεται τοῦ ἐχθροῦ τὰ βόλια,
καὶ ἁρπάζει τρέμοντας τὰ δυὸ πιστόλια.
Τ᾿ ἄτι τὸ δύστυχο δίπλα στὸ χῶμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ἀκόμα,
καὶ δὲν τὸν ἄφηνε καλὰ ν᾿ ἀκούσει
ἂν κεῖν᾿ οἱ δαίμονες τὸν κυνηγοῦσι.
Ἄφριασ᾿ ὁ Ἀλήπασας, καίετ᾿, ἀνάφτει,
τὰ βόλια τὄφτεψε μὲς στὸ ριζαύτι.
Τ᾿ ἄτι ἐταράχτηκε σὰν τὸ στοιχειὸ
καὶ μ᾿ ἕνα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Τὸ μάτι ἀκίνητο καὶ καρφωμένο
ἔμειν᾿ ἐπάνω του θολό, σβημένο.
Ἀκούει πατήματα, φωνὲς πολλές...
Ἄχ, τὸν ἐπρόδωκαν οἱ πιστολιές!
Σιμώνει ὁ θόρυβος, τὸ αἷμα του πήζει,
ἔπιασε τ᾿ ἄλογο γιὰ μετερίζι.
Γιομίζει τ᾿ ἄρματα, καὶ στὸ μαχαίρι
σιγὰ καὶ τρέμοντας ρίχνει τὸ χέρι.
Ἀκούει ποὺ φώναζαν «Βιζίρη Ἀλῆ».
K᾿ ἐκεῖνος ἕλιωνε σὰν τὸ κερί.
Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορὰ
ἀκούετ᾿ ὁ θόρυβος πλέον σιμά.
Τὸ μάτι ὁλάνοιχτο ὁ Ἀλῆς καρφώνει:
«Βοήθα με,» φώναξε, «Ὁμὲρ Βριόνη!»
Ἔτσι ὁ Ἀλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στὰ Γιάννινα σὰν πεθαμένος.
Ὅσο κι ἂν ἔζησεν, ἡ φουστανέλα
τοῦ Λάμπρου τὄστεκε στὰ μάτια φέλα.

* Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879): ἐπικολυρικὸς ποιητὴς καὶ πολιτικὸς
ἀπὸ τὴν Λευκάδα, ἐμπνεόμενος κυρίως ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821.

ΠΗΓΗ:  http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/aristotelhs_balawriths_poems.htm#%CE%97_%CE%A6%CE%A5%CE%93%CE%97

Share/Bookmark

Στον ίσκιο των πουλιών



ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Στον Ίσκιο των Πουλιών


Είναι κάτι νύχτες, που τ’ αστέρια κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει τη ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα και οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ’ ένα λουλουδάκι. Ούτ’ ένα γλυκό λόγο,
μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
«Αυτάααα! Που είχαμε μείνει;»
Σου λεει μ’ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν’ αυτές οι νύχτες, που τ’ άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν’ αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.



Share/Bookmark

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Στη Γυναίκα Μου* - Γεώργιος Σουρής



Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Κι αν με σε κακιώνω στη κακή μου ώρα
κι αρχινά μουρμούρα και κακογλωσσιά,
μου αρέσει να 'χω και ολίγη μπόρα,
μου αρέσει λίγη φουσκοθαλασσιά.

Δίχως πείσμ' αγάπη, δίχως λίγη πίκρα,
δεν αξίζει διόλου και δεν έχει γλύκα.
Βάστα μου, γυναίκα, μούτρα σοβαρά
και κλωστή σου κόβω, κάκια σου κρατώ,
επειδή νομίζω πως καμμιά φορά
κι η πολλή μπουνάτσα φέρνει εμετό.

Προσφιλές μου ταίρι, δίχως να στο πω,
το καταλαβαίνεις ότι σ' αγαπώ.
Σ' αγαπώ με γέλια, μα και θυμωμένη
κι αν ποτέ γυρίζω να ιδώ καμμιά,
πάντα όμως κτήμα ιδικό σου μένει
η καρδιά μου όλη και ...η ασχημιά.

* Αξίζει ν' αναφερθεί εδώ το πως γνωρίστηκαν. Η Μαρία με τη μητέρα της έφτασαν απ' τη Πόλη για να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές της στην Αθήνα κι έπειτα, -προσυμφωνημένο με τη μητέρα και τον προστάτη τους Εμμανουήλ Ροδοκανάκη-, να μεταβούνe στο Μάντσεστερ της Αγγλίας για περαιτέρω σπουδές. Στην Αθήνα μένανε σε κάποιο σπίτι που είχε μια κάμαρη κι ο νεαρός 20άχρονος φοιτητής τότε, Σουρής. Εκείνος ανέλαβε να προγυμνάσει στα μαθήματα, τη μικρή 14χρόνη Μαρία. Γρήγορα μεταξύ τους αναπτύχθηκεν αίσθημα και μια μέρα ο Σουρής έγραψε πάνω σε τετράδιό της: "Σ' αγαπώ", έλαβε από κάτω την απάντησή της: "Κι εγώ"! Ευτυχώς το αίσθημα έχαιρε της εγκρίσεως της μητρός της που συμπαθούσε τον νεαρό. Όταν όμως τέλειωσεν η μικρή το γυμνάσιο κι έπρεπε να γίνουνε τα προσυμφωνημένα, τα πράματα είχαν αλλάξει κι όταν πληροφορήσανε τον Ευεργέτη, εκείνος θύμωσε κι απέσυρε την αρωγή του.
Η μικρή δεν αποκαρδιώθηκε. Παραδίδει μαθήματα γαλλικής κι ελληνικής στα κορίτσια φιλικών σπιτιών, ενώ η μητέρα της διορίζεται προϊσταμένη στο τμήμα πωλήσεων των Απόρων Γυναικών. Ο δειλός Σουρής παρηγορεί την αγαπημένη του λέγοντας: "Μη μου στεναχωριέσαι Μαρί μου" -έτσι την έλεγε πάντα-, "έχε μου εμπιστοσύνη και κάτι θα γίνω κι εγώ μια μέρα".
Τελικά παντρευτήκανε μετά λίγα έτη -στις 30 Γενάρη 1881- και μια διαρκής τρυφερότητα, μια βαθύτατη εκτίμηση κι αγάπη, τους συνέδεσε. Εκείνη του στάθηκε πρότυπο αφοσιωμένης συζύγου-συντρόφου, προστάτις και μούσα του. Είχε μεγάλου βαθμού ανεπτυγμένο αίσθημα κοινωνικής και ψυχικής αξιοπρέπειας. Ήταν μητέρα αυστηρή και μαζί στοργική, οικοδέσποινα εκλεκτή προσιτή και συγκαταβατική. Αγαπούσε τον άντρα της σα μεγάλο παιδί -ο Στρατήγης έγραψε κάποτε πως η Μαρί μεγάλωσεν 6 παιδιά- κι ο θάνατός του υπήρξε το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής της. Έζησεν έκτοτε σε μιαν αξιοπρεπή μόνωση. Λιγοστοί άνθρωποι της τέχνης, απο κείνους που άλλοτε φαίδρυναν το φιλολογικό τους σαλόνι, περνούσαν κάποτε να τη δούνε. Η ίδια δε, ζούσε με τις αναμνήσεις της εποχής της, ώσπου πέθανε στις 23 Απρίλη 1934. Ο Παύλος Νιρβάνας έγραψε την επομένη του θανάτου της:
     "Ο Σουρής, θα ήτο ως χθες εις τον παράδεισον των ποιητών, ως ένα χαμένο αποπλανημένο παιδί... θα τη ζητούσε διαρκώς 'που είσαι Μαρί, Μαρί μου που είσαι;' όπως κι εις την ζωήν του. Τώρα δεν ξέρει κανείς αν πρέπει να πενθήση δια τον θάνατόν της ή να χαρή δια την ευτυχίαν του ποιητού. Η δια την ευτυχίαν του ποιητού. Η Μαρί του είναι πάλι κοντά του"!

Πηγή: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=545



 


Share/Bookmark

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Αισιοδοξία - Κώστας Καρυωτάκης



ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1928)

Αισιοδοξία - Κώστας Καρυωτάκης

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
(από το αρχείο Γ. Θ. Καρυωτάκη, στο βιβλίο Χρονογραφία Καρυωτάκη)
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.


Γράφτηκε τον Απρίλιο-Μάιο του 1928. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Νέα Εστία (6, 63, 1 Αυγούστου 1929) μετά το θάνατο του ποιητή. Μετά την έκδοση της τρίτης και (όπως αποδείχτηκε) τελευταίας ποιητικής του συλλογής, ο Καρυωτάκης βρίσκεται μπροστά σ' ένα όριο. Εκφραστικό, δημιουργικό, εσωτερικό. Μολονότι, όμως, σκέφτεται να στραφεί στο πεζό (κατά τα πρότυπα των πεζών ποιημάτων του Baudelaire, αλλά και με αναφορές στον Poe και σε άλλους συγγραφείς), γράφει αυτό και άλλα δύο ποιήματα (τα "Πρέβεζα",και "Όταν Κατεβούμε την Σκάλα") από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 1928.  



Πηγή: blog “κ' η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε” (http://karyotakis.blogspot.gr/)



Share/Bookmark

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Η ποίησις των ερειπίων - Αριστομένης Προβελέγγιος

 

Η ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει.
Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει,
καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.

Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει,
καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω −
μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.

Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν,
καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν,
πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.

Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια,
καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει,
κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;

Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει
κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει,
ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;"


Share/Bookmark

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Το 2013 Έτος Κ. Π. Καβάφη

Το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Πολιτισμού ανακήρυξε το 2013 ως "Έτος Κ. Π. Καβάφη" 

 

«Ετος Κ. Π. Καβάφη» ανακηρύσσει το 2013 το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του κορυφαίου ποιητή. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863 - 1933) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονη συμβολιστική τάση και συνδυάζεται με λιτό λόγο αλλά διαχρονικά επίκαιρο. 
Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία, συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για πολλούς μεταγενέστερους ποιητές. 
Το έργο του έγινε αντικείμενο μακρόχρονης μελέτης σε όλο τον κόσμο και ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, γιαπωνέζικα και σε πολλές άλλες γλώσσες. 
Τον κεντρικό σχεδιασμό του προγράμματος δράσεων θα έχουν η Γεν.Δ/νση Σύγχρονου Πολιτισμού, η Διεύθυνση Γραμμάτων και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ ) και θα συνεργασθούν με το Ίδρυμα Ωνάση (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών) το οποίο έχει στη δικαιοδοσία του το πλήρες αρχείο του ποιητή, τις ξένες πρεσβείες χωρών στην Ελλάδα, τις Έδρες Νεοελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού των Πανεπιστημίων εξωτερικού στα οποία διδάσκεται ο Καβάφης, την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού και το Ελληνικό Ίδρυμα στην Αλεξάνδρεια, το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, λογοτεχνικά σωματεία και άλλους φορείς.
(σημ.: ....και θα συμπλήρωνα εγώ, ένας από τους λίγους μεγάλους ποιητές που χρησιμοποίησε την Ιστορία της Ελλάδας ως φτερά για τα υψιπετή νοήματα του)


Πηγή: Λόγιος Ερμής & Θέματα Ελληνικής Ιστορίας


Share/Bookmark

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Άφησα να μην ξέρω

της Κικής Δημουλά

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.

Share/Bookmark

Υπενθύμηση σχετικά με την υποβολή σχολίων:

Παρακαλείστε να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή ενδέχεται ορισμένοι επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα ιστολόγια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Τα σχόλια θα εγκρίνονται, μόνο ενώ και εφόσον, είναι σχετικά με το θέμα, δεν αναφέρουν προσωπικούς, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, καθώς επίσης και τα σχόλια που δεν περιέχουν συνδέσμους.
Επίσης, όταν μας αποστέλλονται κείμενα (μέσω σχολίων ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), παρακαλείσθε να αναγράφετε την τρέχουσα πηγή τους σε περίπτωση που δεν είναι δικά σας. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την κατανόησή σας...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...