Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικά Ζητήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικά Ζητήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Ετήσια Έκθεση ΙΝΕ/Γ.Σ.Ε.Ε 2013: Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση

Η εντεινόμενη οικονομική κρίση και ύφεση μετά το 2009, σε διεθνές, ευρωπαϊκό και ιδιαίτερα Μεσογειακό και ελληνικό επίπεδο με τη σοβαρή μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας, την διακοπή χορήγησης δανείων από τις τράπεζες, τη μείωση των επενδύσεων από το κράτος και τις επιχειρήσεις καθώς και τον περιορισμό της ζήτησης από τους καταναλωτές (μείωση μισθών, συντάξεων και αύξηση της φορολογίας), αναδεικνύει με τον πιο σαφή αλλά και ανησυχητικό τρόπο ότι η ευρωπαϊκή, η μεσογειακή και ιδιαίτερα η ελληνική οικονομία βρίσκονται σε ανάλογες συνθήκες οικονομικής ύφεσης (κραχ ανεργίας) μετά από αυτές που ακολούθησαν το κραχ στις χρηματαγορές το 1929. 

Η επιλογή του μοντέλου της άνισης ανάπτυξης στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της δανειστικής οικονομίας, κυρίως, στα κράτη-μέλη του Νότου, συνέβαλε στην υπερχρέωση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Παράλληλα, οι φοροαπαλλαγές του κράτους προς τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των μηχανισμών ελέγχου και είσπραξης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, συνέβαλε στον υπερβολικό δανεισμό και στην υπερχρέωση των προϋπολογισμών των κρατών-μελών, ιδιαίτερα των χωρών του Νότου. Με άλλα λόγια, ο ευρωπαϊκός Νότος μετεξελίχθηκε διαμέσου του δανεισμού, σε οικονομικό σχηματισμό ζήτησης, δεδομένου ότι για παράδειγμα στην Ελλάδα το 74% του ΑΕΠ το 2008 προερχόταν από τη ζήτηση και την καταναλωτική δαπάνη.
 
Όμως, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Βορράς οργάνωσε τους όρους και τις προϋποθέσεις της άνισης ανάπτυξης Βορρά-Νότου, μεταφέροντας σημαντικούς πόρους από τη νότια στη βόρεια Ευρώπη, είτε διαμέσου της εξόφλησης των δανείων, είτε διαμέσου της κατανάλωσης προϊόντων και υπηρεσιών που ο Νότος εισάγει από τον Βορρά. Βασικός μοχλός και συγκροτημένος μηχανισμός εγκαθίδρυσης και ενδυνάμωσης του μοντέλου της άνισης ανάπτυξης Βορρά-Νότου, απετέλεσε ο ευρωπαϊκός καταμερισμός εργασίας που τοποθέτησε τον Νότο στον δρόμο της σταδιακής τεχνολογικής, καινοτομικής, οργανωτικής και ποιοτικής απαξίωσης της παραγωγικής υποδομής στους τομείς της μεταποίησης και της γεωργίας, προωθώντας την ανάπτυξη των τομέων του τουρισμού, των κατασκευών και των υπηρεσιών. Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της παραγωγικής απαξίωσης αποτελεί, μεταξύ των χωρών του Νότου, η Ελλάδα η οποία σήμερα (2013) παράγει μόνο το 27% των προϊόντων που καταναλώνει. Ακριβώς, αυτή η ευρωπαϊκή στρατηγική της άνισης ανάπτυξης Βορρά-Νότου οδήγησε, κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, σταδιακά την Ελλάδα στην δημιουργία «δίδυμων ελλειμμάτων» στα δημόσια οικονομικά (δημόσιο έλλειμμα και χρέος) και στις εξωτερικές συναλλαγές της χώρας (έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου). Η επιβολή στις χώρες του Νότου των πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης» και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας από τους διεθνείς οργανισμούς (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ), ως στρατηγική επιλογή της εγγυημένης αποπληρωμής των δανείων τους και της μετάβασης των οικονομικών σχηματισμών του Νότου από οικονομίες της ζήτησης σε οικονομίες της προσφοράς, εκτός από την κοινωνική καθίζηση (λιτότητα, ανεργία, φτωχοποίηση, κλπ) προκάλεσαν και παραγωγική καθίζηση (μείωση επενδύσεων (64,8% 2008-2013, παραγωγικότητας της εργασίας, αύξησης της ανεργίας κλπ) (καθίζηση προσφοράς), απαξιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ακόμη και τον κεντρικό στρατηγικό στόχο των εφαρμοσμένων πολιτικών. Κατά συνέπεια, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης (8,5% του ΑΕΠ, δεδομένου του εξαιρετικά χαμηλού ποσοστού επενδύσεων 13,2% του ΑΕΠ το 2012 και του υψηλού επιπέδου των αποσβέσεων 21% του ΑΕΠ, Π. Θωμόπουλος 2013), με σημαντικές απώλειες του παραγωγικού της δυναμικού που την οδηγούν εγκλωβισμένη σε μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ύφεσης, με αποτέλεσμα η στόχευση της δημοσιονομικής της προσαρμογής να καθίσταται εξαιρετικά βραδεία, επίπονη και αναποτελεσματική, επειδή ακριβώς μεταλλάσσεται σε οικονομικό και κοινωνικό σχηματισμό πλήρους υποβάθμισης των επενδύσεων, της παραγωγής και της εργασίας. Ταυτόχρονα προκάλεσαν διεύρυνση του χάσματος (ΑΕΠ, ρυθμός ανάπτυξης, χρέος, έλλειμμα, κλπ) καθώς και σημαντική απόκλιση των αποδοχών Βορρά-Νότου. Έτσι, η ασκούμενη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα που στόχευε στην αύξηση των εξαγωγών και στην ανάκαμψη της οικονομίας, με τον αναποπροσανατολισμό της από την εσωτερική στη διεθνή οικονομία έχει αποτύχει, με αποτέλεσμα να έχει εκκολαφθεί στο εσωτερικό της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης η κρίση αντιμετώπισης της στην χώρα μας, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων.

Η απόφαση ότι «η κρίση των ανισοτήτων αποτελεί λύση της οικονομικής κρίσης και ύφεσης» που λήφθηκε το 2009, καθορίζει τις επιλογές για την ελληνική οικονομία τουλάχιστον για την δεκαετία 2010-2020, συμπαρασύροντας σε χαμηλά επίπεδα την απασχόληση, τους μισθούς καθώς και το επίπεδο των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων παράλληλα με αυξήσεις των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών και με συνθήκες αποεπένδυσης και μη πραγματοποίησης ιδιωτικών επενδύσεων (μακροχρόνιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, 3,5% ετησίως προϋποθέτει συνολικές επενδύσεις 20% του ΑΕΠ και παραγωγικές επενδύσεις (εκτός κατοικιών) 15% του ΑΕΠ, Π. Θωμόπουλος, 2013), επειδή, μεταξύ των άλλων, η κλαδική διάρθρωση και λειτουργία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι άκρως ολιγοπωλιακή. Με αυτά τα δεδομένα της διεύρυνσης και εμβάθυνσης του οικονομικού, δημοσιονομικού και κοινωνικού χάσματος Βορρά-Νότου αλλά και εντός του Νότου, αποδεικνύεται ότι ουσιαστικά η Ε.Ε.-17 (ευρωζώνη) μόνο κατ’ επίφαση μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι ενιαία. Ωστόσο, τα προβλήματα των μεσογειακών οικονομιών δεν εσωτερικεύονται μόνο στον ευρωπαϊκό νότο αλλά παράλληλα εξωτερικεύονται (ύφεση, μείωση εξαγωγών, αύξηση δημοσίου χρέους, ελλείμματος και δανεισμού, μείωση παραγωγικής αύξησης ανεργίας, γήρανση πληθυσμού κλπ) ακόμη και σε βόρειες χώρες του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γενίκευση, προφανώς σε διαφορετικό βαθμό των προβλημάτων (οικονομικών, κοινωνικών, δημοσιονομικών, κλπ) στις οικονομίες του Βορρά και του Νότου, αναδεικνύει ουσιαστικά την αναγκαιότητα επίλυσης της θεμελιώδους ευρωπαϊκής αντίφασης που συνίσταται στην επιλογή μεταξύ της ιδέας και της στρατηγικής της «ενωμένης Ευρώπης» με την έννοια της ισότητας άνισων χωρών. Είναι φανερό ότι οι ευρωπαϊκές ελίτ, ιδιαίτερα του Βορρά έχουν μέχρι σήμερα επιλέξει (μοντέλο άνισης ανάπτυξης) την στρατηγική της «ενοποιούσας Ευρώπης» με την έννοια της εμβάθυνσης της ανισότητας άνισων χωρών. Όμως, η οικονομική κρίση και ύφεση, σε συνδυασμό με τα προβλήματα που έχουν προκληθεί από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, ιδιαίτερα στον Νότο, θέτει τις ευρωπαϊκές ελίτ, τις εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις και τα κοινωνικά κινήματα, προ των ευθυνών τους, με την έννοια της επιλογής διατήρησης της ευρωπαϊκής ενότητας στην κατεύθυνση της ισότητας άνισων χωρών ή στην επιλογή της κατεύθυνσης διάσπασης (δύο ευρωπαϊκές ενώσεις Βορρά-Νότου) ή της ολοκληρωτικής διάλυσης της ευρωπαϊκής ένωσης ή της ευρωζώνης με την «θεσμοποιημένη θέσπιση» της ανισότητας άνισων χωρών. Όμως αξίζει να σημειωθεί ότι εάν δεν ανασχεθούν άμεσα αυτές οι τάσεις αποσύνθεσης της Ευρώπης, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση του Βορρά και του Νότου, μειονεκτούσα στην τεχνολογική καινοτομία, την παραγωγικότητα και τους διεθνείς γεωπολιτικούς συσχετισμούς, δεν θα αποφύγει να μετεξελιχθεί σ’ ένα ελκυστικό τουριστικό προορισμό των πολιτών της Ασίας, αφού η Ευρώπη θα υστερεί και δεν θα προηγείται των ασιατικών οικονομιών.

Πράγματι, από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικό ότι οι προοπτικές της ευρωζώνης όπως αποτυπώνονται σε οικονομετρικές εκτιμήσεις (2013,-0,3% μείωση ΑΕΠ, 2014, αύξηση 0,9% του ΑΕΠ, 2013 και κατά την περίοδο 2010-2060 η παραγωγικότητα της εργασίας θα αυξηθεί κατά 1,4% τον χρόνο, το ΑΕΠ κατά 1,7% τον χρόνο και η απασχόληση κατά -0,1% κατά μέσο όρο τον χρόνο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2013) είναι αναιμικές με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των ευρωπαίων πολιτών. Κατά συνέπεια, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η στρατηγική επιλογή των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης για την ανάσχεση της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την «κρίση ανισοτήτων», περιπλέκει και οξύνει ακόμα περισσότερο την οικονομική και κοινωνική κρίση στο παρόν και αποδυναμώνει τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας για την αντιμετώπισή της στο μέλλον. Έτσι, απαιτείται, πριν και πάνω απ’ όλα, η άρση των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων με αναδιανομή του εισοδήματος και δίκαιη φορολογική επιβάρυνση, προκειμένου να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ανισορροπία και να αναταχθεί το επίπεδο της ζήτησης, καθώς και αυτό της επενδυτικής-αναπτυξιακής δραστηριότητας της ευρωπαϊκής και ελληνικής οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η κεντρική επιδίωξη της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του έτους 2013, συνίσταται στην αξιολόγηση των ασκούμενων πολιτικών 2012-2013, στις επιπτώσεις τους στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, στις συνθήκες μετάλλαξης της εσωτερικής υποτίμησης σε υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, στις εξελίξεις στους μισθούς, στο κόστος εργασίας, στην παραγωγικό- τητα και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στην απασχόληση την ανεργία, στις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες μιας τεκμηριωμένης οικονομικά εναλλακτικής οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής, στις δημοσιονομικές εξελίξεις, στις εργασιακές σχέσεις, στις πολιτικές φροντίδας των παιδιών καθώς και στις εξελίξεις στην κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η κεντρική αυτή επιδίωξη της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία και την απα- σχόληση του έτους 2013, σημαίνει την κατανόηση του αδιεξόδου των ασκούμενων πολιτικών της «εσωτερικής υποτίμησης, λιτότητας, ανεργίας, ελεγχόμενης χρεοκοπίας» και τον σχεδιασμό πολιτικών για την αποκατάσταση της τάξης των κοινωνικών αναγκών, ενίσχυσης των μισθών και των δημόσιων και κοινωνικών δαπανών και όχι της τάξης του κέρδους, στο πλαίσιο ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος και ενός σύγχρονου προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας.
Στην κατεύθυνση αυτής της εναλλακτικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και ύφεσης καθώς και της προοπτικής ανάπτυξης διαμέσου των μισθών, στην Ελλάδα, τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της έκθεσης αναφέρονται στα εξής:

1. Τα μακροοικονομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου έχει ισχυρότερα αποτελέσματα από την εσωτερική υποτίμηση, η οποία, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, αποδεικνύεται εξαιρετικά αναποτελεσματική ως προς την επίτευξη των στόχων της. Αυτό θα έχει ως συνέπεια, η προσαρμογή της οικονομίας να είναι εξαιρετικά βραδεία και επίπονη επειδή μεταλλάσσεται σε διαδικασία γενικευμένης υποβάθμισης της οικονομίας και της κοινωνικής ζωής. Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα, είτε δεν μπορεί να επιτύχει τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε, είτε θα χρειαζόταν μια πολύ μακρά περίοδος ύφεσης, κοινωνικής και ανθρωπιστικής κρίσης έως ότου αυτά γίνουν ορατά.

2. Η ελληνική οικονομία έχει καθηλωθεί σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής και ανεργίας, στο οποίο εξαντλούνται οι δυναμικές ιδιότητες του παραγωγικού συστήματος, δηλαδή η ικανότητά του να ανακάμψει αυθορμήτως. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι δεν μπορεί να αποκολληθεί από το χαμηλό επίπεδο στο οποίο έχει οδηγηθεί επειδή έχει εξαντλήσει όλες τις ενδογενείς δυνάμεις που διαθέτει για να μετατοπιστεί σε υψηλότερο επίπεδο παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ένα επενδυτικό σοκ μπορεί να θέσει σε κίνηση ξανά την ελληνική οικονομία.

3. Η συμβολή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ κατά την περίοδο 2010-2013 δεν υπερέχει καθόλου της αντίστοιχης συμβολής των ετών 1995-2008. Επομένως ο στόχος της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης να δημιουργηθεί ένα εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης στην Ελλάδα δεν έχει επιτευχθεί. Κατά συνέπεια, στη διάρκεια της εφαρμογής των μνημονίων όχι μόνο οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν κατέστησαν κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης αλλά παρουσίασαν και επιδείνωση ως προς την συμβολή τους στη μεγέθυνση του ΑΕΠ.

4. Η συμβολή των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στη διαμόρφωση του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2012-2013 ανήλθε σε περίπου 6,3 εκατοστιαίες μονάδες. Κατά συνέπεια, η θετική συμβολή του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των εισαγωγών, η οποία με την σειρά της οφείλεται στην δραστική περιστολή της εσωτερικής ζήτησης – καταναλωτικής και επενδυτικής.

5. Οι μειώσεις των ονομαστικών αποδοχών ανά μισθωτό κατά την τετραετία 2010- 2013 θα ανέλθουν σωρευτικά σε 16,3%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το Α´ τρίμηνο του 2013 το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 6,2% (1,9 δισ. ευρώ), σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012, δηλαδή από 30,9 δισ. ευρώ σε 29 δισ. ευρώ, καθώς μειώθηκαν κατά 11,1% οι αποδοχές των εργαζομένων και κατά 11,7% οι κοινωνικές παροχές που εισπράττουν τα νοικοκυριά. Σε τρέχουσες τιμές οι αποδοχές εργασίας μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων κατά την περίδοο 2010-2013 μειώθηκαν κατά 41 δισ. ευρώ έναντι του επιπέδου των αποδοχών του 2009. Όμως, το διαθέσιμο εισόδημα, που προέρχεται από αμοιβές εργασίας μισθωτών μειώθηκε, περαιτέρω, εξαιτίας της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολόγησης της μισθωτής εργασίας, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών, δηλαδή από τη μείωση των αποδοχών (2010-2013) των 41 δισ. ευρώ, τα 37 δισ. ευρώ αφορούν τους μισθωτούς και τα 4 δισ. ευρώ αφορούν τους αυτοαπασχολούμενους. Σε συνδυασμό με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά την περίοδο 2010-2013 κατά 7,6%, η σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών ανά μισθωτό προσεγγίζει το 22,1%.

6. Η αγοραστική δύναμη των αποδοχών του συνόλου των μισθωτών μειώθηκε σωρευτικά κατά την περίοδο 2010-2013, κατά 37,2%. Επομένως, ο μέσος μισθωτός, πριν φορολογηθεί το εισόδημά του, έχει απολέσει περίπου το 1/4 της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών που είχε το 2009, ενώ οι μισθωτοί ως σύνολο, ως κοινωνική ομάδα, έχουν απολέσει, εξαιτίας και της υψηλής ανεργίας, κατά τι περισσότερο από το 1/3 της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών τους. Έτσι το 2014 οι μισθωτοί στο σύνολό τους, δηλαδή ως κοινωνική ομάδα, θα έχουν απωλέσει το περίπου το 50% της αγοραστικής δύναμης που είχαν το 2009. Κατά συνέπεια, η ασκούμενη οικονομική πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης λει τουργεί ως πολιτική υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας.

7. Η πτώση της εγχώριας ζήτησης από το 2009 και μετά είναι δραματική και ανήλθε συνολικά σε 31,3%. Το επίπεδο της εγχώριας ζήτησης έχει πλέον επιστρέψει 14 χρόνια πριν, στο επίπεδο του 1999.

8. Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ για τα έξι έτη ύφεσης (2008-2013), συγκρινόμενη με την αντίστοιχη μεταβολή στις 36 πιο προηγμένες χώρες του κόσμου, ανέρχεται σε περίπου 25%. Η πραγματική απόκλιση της ελληνικής οικονομίας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη ακυρώσει την πορεία πραγματικής σύγκλισης που είχε πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1995-2007.

9. Κατά την εξαετή περίοδο της ύφεσης (2008-2013), η μείωση του όγκου της παραγωγής κατά 23,5% συνοδεύτηκε από μείωση της απασχόλησης 18,2%. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η μείωση του όγκου της παραγωγής κατά την συγκεκριμένη περίοδο προκάλεσε αύξηση του αργούντος παραγωγικού δυναμικού η οποία όμως δεν συνοδεύεται από την ανάλογη μείωση της απασχόλησης. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι στις σύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες μια μεγάλη μερίδα των εργαζομένων αποτελεί έναν πυρήνα απασχολουμένων των οποίων η εργασία είναι απαραίτητη για την παραγωγή είτε μεγάλου, είτε μικρού όγκου προϊόντος.

10. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας από το 7,7% στο 27,0% (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2013) μέσα στην πενταετία 2009-2013, δεν οφείλεται μόνο στη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων, αλλά και στην σταθεροποίηση του εργατικού δυναμικού, δηλαδή του αριθμού των ατόμων που έχουν ηλικία 15 έως 64 ετών και συμμετέχουν στην αγορά εργασίας (είτε δηλαδή έχουν απασχόληση είτε αναζητούν ενεργητικά εργασία). Κατά την πενταετία 2009-2013, το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας αυξήθηκε αθροιστικά κατά 1,2%.

11. Με την είσοδο της ελληνικής οικονομίας στην ύφεση, η παραγωγικότητα υποχώ- ρησε μαζί με τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και την συρ- ρίκνωση του αποθέματος παγίου κεφαλαίου, και μειώθηκε σωρευτικά, στην εξαετία 2008-2013, κατά 6,5%. Ως αποτέλεσμα, είναι στο τέλος του 2013 να επανέλθει στο επίπεδο του 2003. Η παραγωγικότητα της εργασίας εξαρτάται βραχυπρόθεσμα από τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και μεσοπρόθεσμα από τις καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Η ύφεση έχει αρνητικά αποτελέ- σματα, τόσο επί του βαθμού χρησιμοποίησης, όσο και επί των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, καθώς προκαλεί συστολή της οικονομικής δραστηριότητας και πτώση της κερδοφορίας εξαιτίας της πτώσης των πωλήσεων (και παρά το γεγονός ότι μει- ώθηκαν οι μισθοί). Έτσι, κατά την πενταετία 2009-2013, όταν αυξήθηκε θεαματικά το αργούν παραγωγικό δυναμικό και οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατέστησαν αρνητικές (υπήρξε δηλαδή αποεπένδυση, με την έννοια ότι μειώθηκε το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας), η παραγωγικότητα μειώθηκε. Αυτό είχε επίπτωση στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

12. Κατά την τετραετία 2010-2013, οι μέσες ονομαστικές αποδοχές ανά απασχολούμενο μειώθηκαν κατά 16,3% έναντι του 2009 υπό την πίεση της ανεργίας και των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 2,6% εξαιτίας της μείωσης του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού. Ως αποτέλεσμα, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, που είναι ο λόγος τους, μειώθηκε κατά 13,9%.

13. Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας έναντι των 36 κυριοτέρων ανταγωνιστριών χωρών ανέρχεται ήδη σε 19,2% έναντι του 2009. Από την άποψη, επομένως, της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχει «επιτύχει» με την επιλογή της πλήρους απαξίωσης της εργασίας. Εντούτοις, δεν παρουσιάζεται ανάλογη επιτυχία όσον αφορά τις τιμές των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.

14. Η αποτυχία της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης και η μετάλλαξή της σε μια πολιτική υποβάθμισης της ελληνικής οικονομίας, σχετίζεται και με το γεγονός ότι η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης παραβλέπει τον ρόλο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, από την οποία εξαρτώνται στη μακροχρόνια διάρκεια οι εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας. Τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι διαρθρωτικά, αφορούν κυρίως σε τι είδους προϊόντα παράγονται στην Ελλάδα, τι ποιότητα έχουν, και εάν αυτή η ποιότητα ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης. Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα όμως δεν βελτιώνεται με αποεπένδυση όπως παρατηρείται κατά τα τελευταία έτη στην Ελλάδα. Εξάλλου, το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας δεν έχει πολύ μεγάλη συμβολή στην διαμόρφωση του ΑΕΠ. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα κατορθώσουν οι καθαρές εξαγωγές να ωθήσουν την ελληνική οικονομία σε αναπτυξιακή πορεία με τα δεδομένα χαρακτηριστικά του παραγωγικού συστήματος.

15. Το σοβαρότερο πρόβλημα της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα είναι ότι η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης στο ΑΕΠ μειώνεται, η ανεργία αυξάνεται και μειώνει και αυτή με την σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος της ύφεσης επαναλαμβάνεται. Το μικρό ποσοστό επένδυσης παγίου κεφαλαίου δεν επιτρέπει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γιατί οι νέες επενδύσεις είναι αυτές που φέρνουν την τεχνολογική πρόοδο μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Η επιβράδυνση του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού μειώνει την παραγωγικότητα της εργασίας, άρα και την ανταγωνιστικότητα τιμής, και επιπλέον, περιορίζει τις δυνατότητές της χώρας να βελτιώσει την ποιότητα των προϊόντων και να παραγάγει νέα προϊόντα για τα οποία αυξάνεται η διεθνής ζήτηση. Καθώς όλες οι συνιστώσες της εσωτερικής ζήτησης συμβάλλουν αρνητικά στην μεγέθυνση του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ύφεσης που ακυρώνει τα όποια αποτελέσματα της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης.

16. Το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε κατά 6,4% το 2012 μετά την μείωση κατά περίπου 14,6% στην τετραετία ύφεσης 2008-2011. Έτσι, η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές, κατά την πενταετία 2008-2012 ανήλθε σε 20,1%. Οι εξελίξεις αυτές διέψευσαν για ακόμα μία φορά τις ετήσιες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες το ΑΕΠ θα είχε μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά 4,7% το 2012, ενώ μειώθηκε κατά 6,4%. Η σωρευτική απόκλιση των αποτυχημένων προβλέψεων από την πραγματικότητα ανέρχεται πλέον σε περίπου 11 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

17. Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που έχει μεταλλαχθεί σε πολιτική της υποβάθμισης της ελληνικής οικονομίας επιδεινώνει διαρκώς το επίπεδο ζωής της πλειονότητας των κατοίκων της Ελλάδας. Το ΑΕΠ ανά κάτοικο, σε σταθερές τιμές, θα παρουσιάζει στο τέλος του 2013 σοβαρή κάμψη κατά 23,6% έναντι του 2008. Η αντίστοιχη μείωση το 2012 ανερχόταν σε 18,6% και επομένως η απώλεια κατά το 2013 ανήλθε σε 5 εκατοστιαίες μονάδες. Το μέσο ΑΕΠ ανά κάτοικο σε σταθερές τιμές, δηλαδή ως αγοραστική δύναμη, έχει επανέλθει στο επίπεδο του 2000. Μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, η οπισθοχώρηση του μέσου βιοτικού επιπέδου σε χρονολογικούς όρους για το 2013 θα ανέλθει σε 2 έτη (από το έτος 2002 στο 2000).

18. Η παραγωγικότητα της εργασίας θα έχει μειωθεί, στο τέλος του τρέχοντος έτους, έναντι του 2008, κατά 5,1% και θα έχει επιστρέψει στο επίπεδο του 2003. Δημιουργείται έτσι στην Ελλάδα μια έντονη τάση για επιστροφή σε χαμηλότερη παραγωγικότητα και σε ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο ώστε να ισοσκελισθούν το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών και το πρωτογενές ισοζύγιο του Δημοσίου.

19. Το ΑΕΠ ανά κάτοικο στην Ελλάδα, σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, πλησίασε σημαντικά τον αντίστοιχο μέσο όρο στις 15 πιο προηγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2010-2013, ωστόσο, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει απόκλιση 19,7% έναντι του μέσου όρου των 15 πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για οπισθοχώρηση του δείκτη πραγματικής σύγκλισης στο επίπεδο του 1964.

20. Η δραματική πτώση του δείκτη πραγματικής σύγκλισης της τριετίας 2010- 2013 οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην υποχώρηση της παραγωγικότητας που συνοδεύει την μείωση του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, η οποία με την σειρά της οφείλεται στην μειωμένη ζήτηση. Η μέση παραγωγικότητα στην Ελλάδα ανερχόταν το 2009 σε 90,0% του μέσου όρου των 15 πιο αναπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το 2013 ο αντίστοιχος δείκτης είχε μειωθεί στο 83,2%. Επομένως, από την μείωση κατά 19,7 εκατοστιαίες μονάδες του δείκτη πραγματικής σύγκλισης, οι 6,8 εκατοστιαίες μονάδες οφείλονται στην πτώση της παραγωγικότητας και οι 12,9 μονάδες στην μείωση της απασχόλησης ως ποσοστό του πληθυσμού.

21. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ακολουθούσε, ήδη από το 2004, πορεία επιβράδυνσης (η ανάπτυξη των ετών 2004-2007 δεν βασίστηκε στην αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων αλλά στην επέκταση της παραγωγής χαμηλής έντασης κεφαλαίου). Σε αυτήν την επιβράδυνση προστέθηκαν οι επιπτώσεις της κρίσης και κατά την εξαετία 2008-2013 η υποχώρηση της παραγωγικότητας της εργασίας έναντι των 36 πιο προηγμένων χωρών του κόσμου ανήλθε αθροιστικά σε 8,4%.

22. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές, παρουσίασαν κάμψη ήδη το 2008, η οποία συνεχίστηκε το 2009-2013. Στο τέλος του 2013, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές, θα έχουν επιστρέψει είκοσι χρόνια πριν, στο επίπεδο του 1994 με αποτέλεσμα να παρατηρείται πλέον αποεπένδυση (μείωση του καθαρού κεφαλαιακού αποθέματος). Η κατάρρευση αυτή δεν αφορά μόνον στον δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης: με άλλα λόγια, χάνει το παραγωγικό της δυναμικό.

23. Στην τριετία 2011-2013, το απόθεμα παγίου κεφαλαίου της χώρας μειώνεται για πρώτη φορά από το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η ταχύτητα της μείωσης αυτής ανέρχεται σε 2% ετησίως. Η ιδιωτική κατανάλωση (σε σταθερές τιμές) παρουσίασε μείωση 6,9% στη διάρκεια του 2013 και περίπου 30% στην εξαετία 2008-2013. Το επίπεδο της ιδιωτικής κατανάλωσης σε πραγματικούς όρους θα έχει επιστρέψει, στο τέλος του 2013, στο επίπεδο του 2001. Εξαιτίας της μεγάλης συμμετοχής της ιδιωτικής κατανάλωσης στη διαμόρφωση της ζήτησης και του ΑΕΠ, η μείωσή της υπήρξε ο κυριότερος παράγοντας μείωσης της ζήτησης.

24. Η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκε κατά 4,8% το 2009, επιτρέποντας έτσι στην ελληνική οικονομία να μην βυθιστεί σε βαθύτερη ύφεση. Ταυτόχρονα, όμως, η αύξηση αυτή συνέβαλε και στην δραματική διεύρυνση του δημοσίου ελλείμματος. Η διόρθωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που ξεκίνησε το 2010 προκάλεσε θεαματική μείωση του όγκου της δημόσιας κατανάλωσης έτσι ώστε στο τέλος του 2013, θα έχει οπισθοχωρήσει στο επίπεδο του 2001.

25. Η εσωτερική ζήτηση συμβάλλει αρνητικά στις μεταβολές του ΑΕΠ ενώ οι καθαρές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών συμβάλλουν θετικά. Ωστόσο, η αρνητική συμβολή της εσωτερικής ζήτησης, υπερβαίνει κατά πολύ την θετική συμβολή των καθαρών εξαγωγών, οδηγώντας έτσι την οικονομία σε βαθιά ύφεση.

26. Ο μηχανισμός καθορισμού των κατώτατων αποδοχών είναι ο μηχανισμός που θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να ελέγχει το σύνολο των μισθών ώστε να εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις των επιχειρήσεων όσον αφορά την κερδοφορία τους. Εάν καταστεί δυνατή η αποδιάρθρωση του μηχανισμού διαρκούς υποτίμησης της εργασίας, επομένως η κατάργηση της αντεργατικής νομοθεσίας, ο έλεγχος της παράνομης πλευράς της αγοράς εργασίας και η αποκατάσταση του ελάχιστου μισθού στα νόμιμα επίπεδα του (δηλαδή στα 751 ευρώ), θα έχουν γίνει σημαντικά βήματα για αυξήσεις όλων των μισθών οι οποίες θα τείνουν να τους επαναφέρουν σε υψηλότερα επίπεδα. Αυτό δεν θα συμβεί μόνο για μακροοικονομικούς λόγους αλλά και επειδή ολόκληρη η μισθολογική κλίμακα τείνει να αναδομηθεί με βάση τον κατώτατο μισθό.

27. Το “παραγωγικό κενό”, δηλαδή η διαφορά της τρέχουσας παραγωγής από την δυνητική παραγωγή, δηλαδή η απόσταση που μπορεί να διανυθεί ξεκινώντας από το σημείο ύφεσης που βρισκόμαστε τώρα έως ότου εξαντλήσουμε το σημερινό αργούν παραγωγικό δυναμικό χάρη στις αυξήσεις της ζήτησης ανέρχεται σε περίπου 15% του ΑΕΠ (έναντι 25% της συνολικής απώλειας του ΑΕΠ). Το υπόλοιπο 10% του ΑΕΠ και η αντίστοιχη απασχόληση έχουν απωλεσθεί εξαιτίας της αποεπένδυσης.

28. Η αύξηση των πραγματικών μισθών, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ εάν η άμεση θετική επίπτωσή της στην κατανάλωση και η έμμεση θετική επίπτωσή της στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (μέσω του επιταχυντή) υπερισχύει των αρνητικών επιπτώσεων στην κερδοφορία, στην ανταγωνιστικότητα τιμής και στα επιτόκια. Στην αντίθετη περίπτωση, η οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς μεγέθυνσης δια της κερδοφορίας.

29. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εκτίμηση του υποδείγματος διόρθωσης σφάλματος, με βάση τα τετραμηνιαία στοιχεία των ετών 2000-2012, αναδεικνύουν την ύπαρξη μιας σχέσης βραχυπρόθεσμης ισορροπίας μεταξύ της εσωτερικής ζήτησης και της αγοραστικής δύναμης του συνόλου των πραγματικών αποδοχών εργασίας, ενώ αντίθετα είναι δύσκολο να διαπιστωθεί το ίδιο για το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα (διορθωμένο για την αυτοαπασχόληση) δηλαδή για την κερδοφορία. Οι οικονομετρικές εκτιμήσεις σε μακρές ιστορικές περιόδους δείχνουν ότι το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα δηλ. η κερδοφορία αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο στην μεγέθυνση της εσωτερικής ζήτησης εξαιτίας της επίπτωσης που έχει στις επενδύσεις. Αντίθετα, σε μεσοπρόθεσμη διάρκεια φαίνεται ότι τον καθοριστικό ρόλο αναλαμβάνει η ζήτηση και ιδιαίτερα το επίπεδο των μισθών. Όλες οι τιμές των παραμέτρων που προσδιορίστηκαν δείχνουν ότι η επίπτωση που έχει στην εσωτερική ζήτηση μια μεταβολή του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από εργασία δεν διαχέεται στην μεσοπρόθεσμη διάρκεια αλλά περιορίζεται στη διάρκεια του έτους. Εντός του έτους δηλαδή οι μεταβολές του μέσου πραγματικού μισθού ή της απασχόλησης επιδρούν αμέσως και εξ ολοκλήρου στην εγχώρια ζήτηση.

30. Η ισχυρή συσχέτιση του συνόλου των αμοιβών εργασίας με την εσωτερική ζήτηση ενισχύουν την άποψη ότι μία μείωση των πραγματικών μισθών, είτε της απασχόλησης έχει έντονα υφεσιακά αποτελέσματα. Εάν κατά την ίδια περίοδο δεν αυξάνονται οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (όπως συμβαίνει κατά τα τελευταία έτη στην Ελλάδα εξαιτίας της διατήρησης των τιμών των εξαγωγών στα ίδια επίπεδα, δηλαδή εξαιτίας της αύξησης των περιθωρίων κέρδους), οι υφεσιακές επιπτώσεις από τη μείωση των μισθών και την αύξηση της ανεργίας υπερκαλύπτουν τις επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα τιμής (η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας είναι οριακή). Με αυτά τα δεδομένα, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου για τις οποίες ο επιταχυντής έχει ιδιαίτερη σημασία, λογικό είναι να υφίστανται καθίζηση.

31. Τα αποτελέσματα των οικονομετρικών εκτιμήσεων αναδεικνύουν την ύπαρξη μιας σχέσης ισορροπίας μεταξύ των μέσων ονομαστικών αποδοχών εργασίας που προκύπτουν από διαπραγμάτευση, του επιπέδου των τιμών και της παραγωγικότητας, και του ποσοστού ανεργίας. Το στοιχείο της σχέσης που ενδιαφέρει είναι ο συντελεστής 0,291 με τον οποίο η μακροχρόνια σχέση εισέρχεται στην βραχυχρόνια. Ο αριθμός των ετών έως ότου ο μισθός ισορροπήσει σε μια εξωτερική διαταραχή (π.χ. σε μια αύξηση της ανεργίας) ανέρχεται σε 1/0,291=3,4 έτη. Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη άνοδος της ανεργίας που παρατηρείται στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη θα συνεχίσει να μειώνει τους μισθούς, θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς, όχι μόνο για το τρέχον έτος αλλά και για τα δύο επόμενα έτη.

32. Η σύγκλιση των πραγματικών μισθών έναντι του μέσου όρου της ΕΕ-15 έχει οπισθοχωρήσει περίπου κατά μία τριακονταετία, σε επίπεδα της δεκαετίας του 1980.
33. Από το 2010 αρχίζει η διαδικασία απόκλισης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας έναντι της αντίστοιχης στις 15 πιο προηγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ο δείκτης έχει υποχωρήσει από το 91% στο 83%.

34. Κατά την τετραετία 2010-2013 διευρύνθηκε θεαματικά το χάσμα της αγοραστικής δύναμης των μισθών έναντι της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ και την μεγάλη άνοδο του λόγου κερδών / μισθών.

35. Οι μέσες ετήσιες αποδοχές ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα κατά το 2013 ήταν μικρότερες από αυτές της Σλοβενίας και της Κύπρου (όπου επίσης έχει μειωθεί ο πραγματικός μισθός). Ανέρχονταν σε 22.325 ευρώ έναντι περίπου 34.000 στην Ισπανία, 38.000 στην Γερμανία, 49.000 στην Γαλλία και 45.000 στην Ιρλανδία.

36. Ο κατώτατος μηνιαίος μισθός στην Ελλάδα αποκλίνει πλέον σημαντικά και υστερεί ακόμη περισσότερο έναντι των κατώτατων μισθών των πλουσιότερων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1250 ευρώ), δεδομένου ότι μετά την μείωση κατά 22% τον Φεβρουάριο του 2012 ανέρχεται πλέον μόλις στο 46% του αντίστοιχου κατώτατου μισθού της πρώτης ομάδας χωρών (από 60% με βάση την ΕΓΣΣΕ πριν το μνημόνιο ΙΙ). Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης μετά την μείωση του Φεβρουαρίου του 2012, κατρακυλά στην κατάταξη των είκοσι χωρών από την έβδομη στην δέκατη θέση και είναι πλέον με εξαίρεση την Πορτογαλία-χαμηλότερος σε όρους αγοραστικής δύναμης από τον αντίστοιχο μισθό της Ισπανίας, της Μάλτας και της Σλοβενίας, ενώ παράλληλα μειώνεται πλέον σημαντικά και η απόσταση από τους αντίστοιχους μισθούς της Πολωνίας και της Ουγγαρίας.

37. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου επιβάλλεται μείωση των κατώτατων ονομαστικών μισθών, το εύρος της οποίας προκαλεί πρωτοφανείς απώλειες για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους που ξεπερνούν σε ετήσια βάση τους τρεις μισθούς. Παράλληλα, η αλλαγή (2017) στον τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού, με την μετάβαση από την ΕΓΣΣΕ στην κυβερ- νητική παρέμβαση, προωθεί την περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού με ευρύτερες επιπτώσεις στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, είτε μέσω των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είτε μέσω των ατομικών συμβάσεων καθώς και της άμεσης μείωσης του ύψους του επιδόματος ανεργίας (από 461,5 ευρώ σε 360 ευρώ) και των άλλων κοινωνικών επιδομάτων /παροχών που συνδέονται άμεσα με τις κατώτατες αποδοχές.

38. Ο περιορισμός των δημοσιονομικών ελλειμάτων και η δημιουργία δημοσιονομικών πλεονασμάτων δεν έγιναν εφικτά με την αύξηση των δημοσίων εσόδων, με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη από το προβλεπόμενο επίπεδο περικοπή των δαπανών. Επίσης δεν αντιμετωπίσθηκαν οι διαρθρωτικές αδυναμίες της δημοσιονομικής πολιτικής (λόγος άμεσων κια έμμεσων φόρων ως προς το ΑΕΠ, φορολογική επιβάρυνση της εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο, κοινωνικές δαπάνες ως προς το ΑΕΠ, κλπ.). Αντίθετα μάλιστα, το 2012, οι μισθωτοί και συνταξιούχοι υποστήριξαν, αποκλειστικά σχεδόν, όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Πράγματι, ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων μειώθηκε κατά 18% (2011) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (2010) η μέση φορολογική τους επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 52%. Από την άλλη πλευρά παρατηρείται ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών μειώθηκε (2011) κατά 38,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (2010) και η μέση φορολογική τους επιβάρυνση μειώθηκε κατά 17,7%.

39. Το δημόσιο χρέος δεν κατέστη βιώσιμο και διαχειρίσιμο παρά την αναδιάρθρωσή του με τη διαδικασία του PSI, με αποτέλεσμα να κρίνεται επιβεβλημένη μια νέα διαδικασία απομείωσής του με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά του PSI γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στα ασφαλιστικά ταμεία, στους φορείς και τους ιδιώτες που κατέχουν τα νέα “κουρεμένα” ομόλογα και θα απαιτηθεί μια νέα ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

40. Η παραμονή της ελληνικής οικονομίας εντός του κοινωνικο-οικονομικού παλισίου των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης, αποδεικνύεται ότι οδηγεί σε σοβαρή υποβάθμιση του μείγματος του τελικού προϊόντος, σηματοδοτεί την αδυναμία της να ανταποκριθεί παραγωγικά στις απαιτήσεις της διεθνούς ζήτησης και ενισχύονται οι δυνάμεις προσομείωσής της με χώρες παραγωγικά, τεχνολογικά και κοινωνικά υποανάπτυκτες. Παράλληλα, οι ασκούμενες πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης επηρεάζουν αρνητικά το τρέχον αλλά και το μελλοντικό ΑΕΠ, στερώντας τις δυνατότητες της οικονομίας να είναι παραγωγικές και ανταγωνιστικές και στο μέλλον.

41. Ο αριθμός των εργαζομένων, το 2008 και το 2009, ανερχόταν σε 4,8 εκατομμύρια άτομα ενώ το 2013 ήταν μόλις 3,9 εκατομμύρια. Μετά από την συνεχή πτώση οκτώ ετών (2001-2008), το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε δραματικά κατά το 2009- 2013 στο 27,0% σε μέσο επίπεδο.Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ποσοστό ανεργίας πρόκειται να μειωθεί κατά το 2014 στο 26,0% (σε μέσο ετήσιο επίπεδο) και συμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ (Ιούλιος 2013) το ποσοστο της ανεργίας κατα το 2014 θα αυξηθει στο 28,2% (Δ΄ Τρίμηνο) από 26,8% το Μάιο του 2013. Οι εκτιμήσεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ είναι πιο απαισιόδοξες, προβλέποντας την ανεργία κατά το 2013 να αυξηθεί από 24,2% το 2012 στο 29%-30% και το 2014 στο 31,5%. Ο λόγος ανέργων / απασχολουμένων υπερβαίνει σήμερα το 1/3. Με άλλα λόγια, σε κάθε τρεις εργαζόμενους αντιστοιχεί περίπου ένας άνεργος.

42. Η σημαντική μείωση της απασχόλησης το 2012 σε σχέση με το 2011 στην ΕΕ-28 κατά 1.038.400 θέσεις εργασίας συνοδεύτηκε με την επίσης σημαντική αύξηση των ανέργων κατά 2.079.600 άνδρες και γυναίκες. Στην Ευρωζώνη αναλογεί το 96% των θέσεων εργασίας που χάθηκαν και το 98% της αύξησης των ανέργων. Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης στην ΕΕ-28 έχουν χαθεί 5.509.700 θέσεις εργασίας, ενώ οι άνεργοι έχουν αυξηθεί 8.593.200 άνδρες και γυναίκες με την Ευρωζώνη να συμμετέχει σε ποσοστό πάνω από 70% στις εν λόγω μεταβολές (3.909.00 θέσεις εργασίας και 6.172.500 άνεργοι). Στην Ελλάδα, οι θέσεις εργασίας (930.000) που δημιουργήθηκαν μέσα στα 17 χρόνια 1992-2008, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.

43. Ο πυρήνας των παρεμβάσεων στις εργασιακές σχέσεις μετά την περίοδο εφαρμογής των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμισης στην Ελλάδα, αποσκοπεί στην αποτελεσματική και μεσομακροπρόθεσμη συρρίκνωση των δαπανών (κόστους) εργασίας και εστιάζεται στην απορρύθμιση των όρων διαμόρφωσης των μισθών, του συτήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στο πλαίσο αυτό, κατά την περίοδο 2009-2013, παρατηρείται, εκτός των σημαντικών μισθολογικών εισοδημάτων και της εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας, η συνεχής μείωση του γενικού συνολικού αριθμού των νέων συμβάσεων εργασίας (προσλήψεις), η μείωση του αριθμού των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, η αύξηση του αριθμού των συμβάσεων μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας και η υπερδιπλάσια αύξηση των ευέλικτων μορφών εργασίας στην Ελλάδα (από 21% το 2009 σε 45% το 2012, ενώ οι συμβάσεις πλήρους εργασίας από 79% το 2009 σε 45% το 2012) καθώς και η σημαντική μείωση της τυπικής εργασίας και αύξησης της άτυπης εργασίας στα κράτη - μέλη τόσο της νότιας, όσο και της βόρειας Ευρώπης.

44. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης στην Ελλάδα (2009- 2012) η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία παρουσιάζει σημαντική αύξηση, το ποσοστό της οποίας υπερβαίνει (2012) το 36%. Κατά την ίδια περίοδο πενταπλασιάσθηκε η αύξηση των επιχειρησιακών συμβάσεων εργασίας (από 238 το 2010 σε 976 το 2012) από τις οποίες το 72,6% υπογράφεται με ενώσεις προσώ- πων και μόνο το 17,4% υπογράφεται από επιχειρησιακά σωματεία, με αποτέλεσμα οι επιχειρησιακές συμβάσεις σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ύφεσης και υψηλής ανεργίας να αποτελούν έναν από τους βασικούς μηχανισμούς επιβολής μισθολογικών μειώσεων.

45. Στην Ελλάδα οι υπηρεσίες συλλογικής φροντίδας και ανατροφής των παιδιών προσχολικής ηλικίας είναι περιορισμένες και υπολείπονται σημαντικά από τους στόχους που τίθενται από κοινού με τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη αυτού του είδους των υπηρεσιών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία οι υπηρεσίες συλλογικής φροντίδας των παιδιών καλύπτουν μόλις το 10% των παιδιών από 0 έως και 2 έτη και μόλις το 61% των παιδιών τριών ετών και μέχρι την ηλικία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

46. Η οικονομική κρίση μετά το 2008 συνέβαλε στον σημαντικό περιορισμό της χρήσης των γονικών αδειών γεγονός που υποδηλώνει την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των εργαζόμενων γονέων.

47. Η χρήση αυτών των αδειών (εκτός από την άδεια μητρότητας) είναι πολύ περιορισμένη και καλύπτει πολύ μικρή αναλογία των γονέων που τυπικά έχουν το δικαίωμα για την αξιοποίησή τους. Ο αριθμός των γονέων (κατά κανόνα γυναικών) που αξιοποιούν συνολικά το θεσμό των γονικών αδειών είναι πολύ μικρός συγκριτικά με τον αριθμό των παιδιών που βρίσκονται στην ηλικία που επιτρέπει τη χρήση τους. Εντυπωσιακό είναι επίσης το γεγονός ότι η άδεια παρακολούθησης της σχολικής επίδοσης των παιδιών, παρά την περιορισμένη ετήσια διάρκειά της αξιοποιείται από ασήμαντο αριθμό γονέων (23.057 το 2011 όταν ο αριθμός των παιδιών που βρίσκονται στο δημοτικό και το γυμνάσιο ξεπερνά το ένα εκατομμύριο).

48. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν σταδιακά στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στα πλαίσια των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης (Ν. 3863/10, Ν. 3996/2011, Ν. 4093/2012, κλπ) είχαν ως αφετηρία την διαπίστωση ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως ίσχυε, δεν ήταν βιώσιμο. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις αυτές αποδεικνύονται εξαιρετικά επώδυνες καθώς εστιάζονται κυρίως στην μείωση των συντάξεων, στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, στην αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των κύριων και επικουρικών συντάξεων, και του εφάπαξ, χωρίς ταυτόχρονα να εξασφαλίζουν την μεσομακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι η Ελλάδα αποτελώντας εξαίρεση μεταξύ των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, μείωσε, στο πλαίσιο των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης, τις κοινωνικές δαπάνες (συντάξεις, δαπάνες υγείας και προνοιακές μεταβιβάσεις) από 23,9% του ΑΕΠ (55,2 δισ. ευρώ) το 2009 σε 22% του ΑΕΠ (40,3 δισ. ευρώ) το 2013, δηλαδή μια μείωση της τάξης του 26,99% ανάλογα με τη μείωση του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2009-2013.

49. Τις δυσμενείς εξελίξεις κατά τα επόμενα χρόνια στην ευρωζώνη αναφορικά με την παράταση της οικονομικής ύφεσης, την αύξηση της ανεργίας, ως αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας, την δημογραφική γήρανση κλπ, επικαλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διεθνείς αναλυτές, Υπουργοί οικονομικών κρατών-μελών και κεντρικών τραπεζών προκειμένου να νομιμοποιηθούν ιδεολογικά και πολιτικά κοινωνικο-ασφαλιστικές επιλογές που είχαν και έχουν ως κεντρικό στόχο την μείωση της κρατικής παρέμβασης στην χρηματοδότηση του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος και την υποκατάστασή της με σημαντική μείωση των κοινωνικών παροχών και με την θεσμοποίηση της ιδιωτικής διαχείρισης των κοινωνικών πόρων και την διεύρυνση της ατομικής ευθύνης στην ασφάλιση κινδύνων (κεφαλαιοποιητικό σύστημα) καθώς και τη συρρίκνωση της κοινωνικής λειτουργίας της δημοκρατίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα διαχειρίζονται ως ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας και οι κοινωνικές ανάγκες διαχειρίζονται σε όρους αγοράς θεωρημένες ως ατομική επιθυμία και όχι ως συλλογή-κοινωνική ανάγκη, που το κράτος εγγυάται, με νέους πόρους την δυναμική ικανοποίησή της.

Παρουσίαση της έκθεσης http://www.inegsee.gr/


Share/Bookmark

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Ο εργασιακός μεσαίωνας της ελληνικής οικονομικής κρίσης



Πλέον διαβιούμε έναν συνδυασμό εργασιακού μεσαίωνα και εργατικής βαρβαρότητας, του οποίου ηθικός αυτουργός είναι η νομοθεσία της ευελιξίας της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η πλήρης παρανομία. Πλέον, τόσο η ίδια η νομοθεσία, όσο και οι έλεγχοι που θα έπρεπε να πραγματοποιούνται, είτε και τα όργανα άσκησης αυτών, όπως το  Σ.ΕΠ.Ε (Σώμα Επιθεώρησης εργασίας) έχουν ανύπαρκτη ως και επιφανειακή θεσμοθετική παρέμβαση και κανονισμούς. Η άποψη που κάποτε ίσχυε και συμμερίζονταν όλοι, ότι δηλαδή όταν απορυθμίζουμε την εργασία και αναπτύσσουμε ευέλικτες μορφές απασχόλησης και κατά συνέπεια χαλαρώνουμε τις εργασιακές σχέσεις, η δαπάνη για την εργασία μειώνεται και άρα ο εργοδότης δεν χρειάζονταν να καταφύγει σε παρανομίες, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. 
Αντιθέτως, στις μέρες μας, παρότι έχει μειωθεί η δαπάνη για εργασία, οι εργοδότες πάρα ταύτα καταφεύγουν σωρηδόν στην παρανομία. Επομένως, φαίνεται να προβάλει ξεκάθαρα ως μονόδρομος, η λύση του ότι πρέπει να επανέλθουμε σε μία ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και των ελέγχων. Με τον όρο ρύθμιση, δεν εννοούμε παρά την επαναφορά στο προσκήνιο των "συλλογικών συμβάσεων" και την διασφάλιση αυτών, καθότι δύναται αυτές να συμφωνούνται εγγράφως μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών και  να καθορίζουν τους όρους εργασίας. 
Δυστυχώς όμως, στις μέρες μας πλέον, οι επιχειρήσεις και ο εκάστοτε εργοδότης, οι οποίοι πρόκειται να προβούν σε προσλήψεις προσεχώς, έχουν αφεθεί ανεξέλεγκτα να σχηματίζουν/δημιουργούν/συστήνουν "ενώσεις προσώπων", που αποτελούνται από "δικά τους πρόσωπα", πολλές φορές με ανόμοια επαγγελματικά χαρακτηριστικά/προσόντα/αξίες (όπως π.χ έναν υδραυλικό, έναν ηλεκτρολόγο, έναν γιατρό κτλ), και να υπογράφουν μία "επιχειρησιακή σύμβαση", προκειμένου να συστήσουν, ένα πλήρως υποκινούμενο και ελεγχόμενο "δήθεν" εκπροσωπούμενο νομίμως, αντιπροσωπευτικό αριθμό εργαζομένων από το σύνολο του εργατικού/υπαλληλικού δυναμικού. Γιατί, όμως οι εργοδότες προβαίνουν στην σύσταση τέτοιων ομάδων; Μα φυσικά, για την άσκηση ενός έμμεσου εκβιασμού προς ένα χαμηλό ημερομίσθιο και εργατοώρες των υπαλλήλων τους. Η υπογραφή μιας επιχειρησιακής σύμβασης, όπου και δεν διαχωρίζεται π.χ ο υπάλληλος καθαριότητας και άρα υποχρεωτικής εκπαίδευσης, από έναν απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, διευκολύνει κατά πολύ στην συντήρηση του εργασιακού κόστους προς τα κάτω. Διότι, έρχεται ο εργοδότης και λέει ουσιαστικά σε όσους μελλοντικά σκοπεύει να προσλάβει, ότι ή υπογράφεις αυτή την επιχειρησιακή σύμβαση, που ισχύει ή φεύγεις. Φροντίζουν, μάλιστα να ισχυροποιούν αυτή τους την κίνηση, μειώνοντας έτσι τα περιθώρια αντίδρασης, με διάφορες λεπτομέρειες που συντελούν στην διάνθηση του φαινομένου με έναν αέρα νομιμότητας, όπως για παράδειγμα είναι, να έχουν υπογράψει περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους την επιχειρησιακή σύμβαση, ως δήθεν μέλη αυτής, και πλέον όλοι οι υπόλοιποι θέλοντας και μη, λόγω του ότι η πλειοψηφία εκ των εργαζομένων την έχει αποδεχτεί να είναι αναγκασμένοι να την συμμερισθούν και αυτοί.
Όμως, δεν μπορούμε να περιμένουμε από ανθρώπους υποαπασχολούμενους να παρέχουν ποιότητα υπηρεσιών. Η ελληνική οικονομία θα κληθεί να το πληρώσει πολύ ακριβά, αν συνεχιστεί αυτό το φαινόμενο με τους ίδιους ρυθμούς. Και αυτό δεν αποτελεί απλά μια δυσοίωνη πρόβλεψη, αλλά μία ιστορική αλήθεια, καθώς όσες χώρες στο παρελθόν ακολούθησαν αυτό το μοντέλο, δηλαδή αυτό της πλήρους απαξίωσης της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, η εμπειρία έδειξε ότι τους στοίχισε στην ποιότητα της παρεχόμενης εργασίας και στην παραγωγικότητα τους. Κάθε ασκούμενη, ορθή πολιτική για την οικονομία μιας χώρας, οφείλει να την ενδιαφέρει η υγιής ανάπτυξη ακριβώς αυτού του διπόλου. Δηλαδή, της ποιότητας και της παραγωγικότητας της εργασίας. Διότι, μιλώντας για τα δεδομένα της χώρας μας, πως θα προκύψει η πολυπόθητη, εν προκειμένω, έξοδος από την κρίση και πως θα επέλθει η πολλά υποσχόμενη, ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων/υπηρεσιών στις διεθνείς αγορές, εάν εξακολουθούν να στηρίζονται σε ένα τόσο σαθρό εργασιακό μοντέλο ανάπτυξης;

Το παρόν άρθρο αποτελεί αποτέλεσμα ενός έντονου προβληματισμού που μου δημιουργήθηκε, κατόπιν μιας συνέντευξης που παρέθεσε σε ένα τηλεοπτικό κανάλι στις 23/04/2013, ο καθηγητής μου από την σχολή και επιστημονικός σύμβουλος της ΓΣΕΕ, κος Σάββας Ρομπόλης.
Κυριακή Γεωρ. Κατσούλη,
Πολιτικός Επιστήμων - Κοινωνιολόγος
MSc Κοινωνικής Προστασίας και Κοινωνικής Συνοχής,
στη "Μεθοδολογία και Εφαρμογές στην Κοινωνική Πολιτική»,
του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής,
Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών&Πολιτικών Επιστημών Αθηνών

Share/Bookmark

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Ρομπόλης: Το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό κατάρρευση



Το κοινωνικό κράτος βρίσκεται υπό κατάρρευση και η κατάσταση θα επιδεινωθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, αν δεν διαφοροποιηθούν οι ασκούμενες πολιτικές της λιτότητας και της αύξησης της ανεργίας, τόνισε ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Σάββας Ρομπόλης, στην εκδήλωση που έγινε στη Θεσσαλονίκη για την παρουσίαση του βιβλίου του με τίτλο «οικονομική κρίση και κοινωνικό κράτος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Επίκεντρο».
«Μέσα από το βιβλίο μου προσπαθώ να αναδείξω την κρίση του κοινωνικού κράτους και την περίοδο της ανάκαμψης της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά, ιδιαίτερα, την κατάρρευσή του στην περίοδο της οικονομικής κρίσης», είπε ο κ. Ρομπόλης κι έκανε λόγο για «μετάλλαξη» του κοινωνικού κράτους, που είναι και υπό την επήρεια θεωρητικών και επιστημονικών επιλογών όσων ήθελαν το κοινωνικό κράτος να αποκτήσει περισσότερο ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου παρά συλλογική ευθύνη της κοινωνίας.
«Δυστυχώς, το κοινωνικό κράτος θα είναι ανέκδοτο, διότι η κρίση, κατά την άποψή μου, δεν ξεπερνιέται», υπογράμμισε ο ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, Ζήσης Παπαδημητρίου, και πρόσθεσε: «Ο καπιταλισμός, ως σύστημα, έχει αλλάξει τελείως δομή αλλά και τρόπο συμπεριφοράς, καθότι κυριαρχείται σχεδόν απόλυτα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δηλαδή το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει καθυποτάξει την πραγματική οικονομία αλλά και την πολιτική, η οποία δεν έχει πολλές δυνατότητες να παρέμβει. Δεν θα έχουμε, και παρά την υπέρβαση της κρίσης, εάν υπάρξει, μια επανεμφάνιση του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα θα έχουμε έναν εντελώς διαφορετικό καπιταλισμό, ο οποίος θα είναι κτηνώδης και πολύ φοβάμαι ότι προετοιμάζει ήδη και την «πέμπτη φάλαγγα» σε περίπτωση αποτυχίας να τη χρησιμοποιήσει, εννοώ τα νέα φαινόμενα νεορατσισμού κλπ. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει επανάκαμψη ή αναζωογόνηση του κοινωνικού κράτους, όπως αυτό το γνωρίσαμε, ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες του δυτικού κόσμου στην μεταπολεμική περίοδο».
«Η κρίση του κοινωνικού κράτους έχει ξεκινήσει από πολύ νωρίς», παρατήρησε η καθηγήτρια του ΑΠΘ, Λίλα Αντωνοπούλου. «Από το 1980 άρχισε η υπονόμευση του κοινωνικού κράτους και πιστεύω ότι διάγουμε μια περίοδο μετάβασης από έναν καπιταλισμό που ξέραμε σε έναν καπιταλισμό που δεν ξέρουμε πού θα μας πάει. Μια νέα μορφή οικονομικού συστήματος. Πολλές φορές μου θυμίζει την περίοδο μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, που οι αιώνες ανάμεσα ήταν σαν να κρέμονται στην Ιστορία. Δεν ξέρουμε πού θα μας οδηγήσει. Φως βλέπω στη γνώση. Μια μεταρρύθμιση της γνώσης, αυτό θα μας σώσει», επισήμανε.
Την εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου οργάνωσε η Εταιρία Οικονομολόγων Θεσσαλονίκης και τη συζήτηση συντόνισε ο πρόεδρός της καθηγητής Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου.

Πηγή: http://gr.news.yahoo.com

Share/Bookmark

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Η ζωή και το έργο της Μάργκαρετ Θάτσερ - Σύντομη παρουσίαση της φιλελεύθερης πολιτικής που εφάρμοσε



Βιογραφικό
η Μάργκαρετ Θάτσερ σε νεαρή ηλικία

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, Βαρόνη Θάτσερ (13 Οκτωβρίου 1925 – 8 Απριλίου 2013) (πλήρες όνομα Margaret Hilda Thatcher), Λαίδη του Τάγματος της Περικνημίδας, Μέλος του Τάγματος της Αξίας, Μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, σήμερα Βαρώνη Θάτσερ και μέλος της Βουλής των Λόρδων, ήταν αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1975 ως το 1990 και Πρωθυπουργός της χώρας από το 1979 ως το 1990. Ήταν η πρώτη και μόνη ως σήμερα γυναίκα που κατέλαβε αυτές τις δύο θέσεις.


Η ζωή της

 Το πατρικό της όνομα ήταν Margaret Hilda Roberts. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1925 και μεγάλωσε στην πόλη Grantham της κομητείας Λίνκολνσάιρ. Ο πατέρας της ήταν παντοπώλης και αναμιγνυόταν στην τοπική πολιτική ζωή, ενώ ήταν και ιερέας εκκλησίας Μεθοδιστών. Η οικογένειά της ανήκε στο Εργατικό Κόμμα. Είχε και μια μεγαλύτερη αδερφή, την Muriel (1921-2004). Ανατράφηκε ως ευσεβής Μεθοδίστρια.

 Η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν καλή μαθήτρια. Φοίτησε στο Κολλέγιο Σόμερβιλ και το 1944 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να σπουδάσει χημεία και ειδικά κρυσταλλογραφία. Το 1946 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Συντηρητικής Ένωσης του Πανεπιστημίου Οξφόρδης. Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες ως ερευνήτρια χημικός.

 Το 1951 παντρεύτηκε τον Ντένις Θάτσερ, έναν διαζευγμένο πλούσιο επιχειρηματία, ο οποίος χρηματοδότησε τις νομικές σπουδές της Μάργκαρετ. Το 1953 γεννήθηκαν τα δίδυμα παιδιά τους, την ίδια χρονιά που η ίδια τελείωσε τις σπουδές της, ειδικευόμενη στο φορολογικό δίκαιο.

Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, μια κόρη μπακάλη, κατάφερε και πέρασε από όλες τις πολιτικές βαθμίδες, ώσπου εξασφάλισε την ηγεσία του κόμματος των Συντηρητικών και από εκεί την πρωθυπουργία της Βρετανίας από το 1979 έως το 1990, δίνοντας το όνομά της στην καπιταλιστική λαίλαπα της δεκαετίας του 1980, με συνθήματα όπως «δεν υπάρχει κοινωνία, μονάχα το άτομο».

Περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο πολιτικό ηγέτη, η Θάτσερ υπήρξε η προσωποποίηση της καπιταλιστικής λαίλαπας που σάρωσε τον πλανήτη τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Σήμερα, ωστόσο, αυτό το οικονομικό μοντέλο σωριάζεται με πάταγο και τα αρνητικά συναισθήματα για την Σιδηρά Κυρία εξακολουθούν να είναι έντονα, όχι μόνο στην Αγγλία αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η Θάτσερ πέρασε από όλες τις πολιτικές βαθμίδες ώσπου εξασφάλισε την ηγεσία του κόμματος των Συντηρητικών και από εκεί την πρωθυπουργία της Βρετανίας. Με την εκλογή του Ρόναλντ Ρίγκαν στην προεδρεία των ΗΠΑ, οι δυο ηγέτες γίνονται αχώριστο δίδυμο, δίνοντας το σύνθημα για την οικονομική σταυροφορία που θα σάρωνε ολόκληρο τον πλανήτη. Μαζί, οι δυο ηγέτες αποφάσισαν να εφαρμόσουν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές του οικονομολόγου Milton Friedman – διδάγματα τα οποία είχε ακολουθήσει μοναχά ο δικτάτορας της Χιλής και μετέπειτα φίλος της Μ. Θάτσερ, Αγκούστο Πινοσέτ.
«Ελάτε μαζί να νικήσουμε το σοσιαλισμό», έλεγε η Σιδηρά Κυρία όποτε ανακοίνωνε την ιδιωτικοποίηση κάποιας δημόσιας εταιρείας. Η Βρετανία της δεκαετίας του 1980, ωστόσο, δεν ήταν όσο προετοιμασμένη θα ήθελε η Θάτσερ για το νέο οικονομικό όραμα. Στο Λονδίνο και πολλές άλλες πόλεις της Αγγλίας ξεσπούν βίαιες ταραχές που τερματίζονται μονάχα με την καταστολή της αστυνομίας. Το 1981 αντιμετωπίζει με αδιαλλαξία τους απεργούς πείνας του ΙΡΑ, δέκα εκ των οποίων χάνουν τη ζωή τους. Τον Απρίλιο του 1982 ο δικτάτορας της Αργεντινής, Λεοπόλντο Γκαλτιέρι, προχωράει στην κατάληψη των νήσων Φόκλαντ. Ο πόλεμος έληξε 74 ημέρες μετά με ήττα της Αργεντινής και ενδυνάμωσε το προφίλ της Θάτσερ που κέρδισε ξανά τις εκλογές του 1983, κατατροπώνοντας για δεύτερη φορά τους Εργατικούς.
Απόλυτη κυρίαρχος πια του παιχνιδιού, η Θάτσερ στρέφεται κατά αυτού που αποκαλεί «εσωτερικό εχθρό»: τα βρετανικά συνδικάτα. Ύστερα από μήνες απεργιακών κινητοποιήσεων του συνδικάτου των ανθρακωρύχων, η Θάτσερ βγαίνει για ακόμα μια φορά νικήτρια και η Αγγλία είναι πια μια άλλη χώρα.
Η θητεία της Μάργκαρετ Θάτσερ άρχισε και τελείωσε με βία. Το 1990 το Λονδίνο γνώρισε τις μεγαλύτερες ταραχές που είδαν πολλές γενιές στο κέντρο του, εξαιτίας του απεχθούς φορολογικού σχεδίου της. Στις 22 Νοεμβρίου του ίδιου έτους η Θάτσερ διαβαίνει για τελευταία φορά το κατώφλι του Μπάκινγχαμ ως πρωθυπουργός της χώρας. Η μακροβιότερη ένοικος του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στριτ αποχωρώντας από την ηγεσία των Τόρις έκλεισε το μάτι στον Τόνι Μπλέρ. «Στα μπροστινά έδρανα του κοινοβουλίου διακρίνω ισχυρές δόσεις σοσιαλισμού. Όχι, όμως, και στον Τόνι Μπλερ. Αυτός φαίνεται να το έχει ξεπεράσει» δήλωσε στην πρώτη της συνέντευξη μετά την αναρρίχησή του στην ηγεσία των Εργατικών.
Οι πρώτες αναθεωρητικές φωνές για την πολιτική της υποστήριξαν ότι, χωρίς τις μεταρρυθμίσεις της, η Βρετανία δεν θα γνώριζε την οικονομική άνθηση της περιόδου του Μπλερ. Σήμερα, με την οικονομική κρίση να μαστίζει τη Γηραιά Αλβιώνα, η Θάτσερ θα μείνει στην ιστορία, και φυσικά μαζί και ο πολιτικός της έρωτας Ρόναλντ Ρίγκαν, ως η πηγή του κακού.

Τo κληροδότημα της Θάτσερ
Μια από τις πιο συχνά διατυπωμένες κριτικές κατά της ελεύθερης αγοράς και του φιλελευθερισμού είναι ότι απέτυχε όπου και όταν εφαρμόστηκε πιστά.
Το κλασικό παράδειγμα είναι η διακυβέρνηση Θάτσερ με τις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εδώ θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ψύχραιμη ανάλυση του κληροδοτήματος της Θάτσερ, του τι ακριβώς δηλαδή έμεινε από τις μεταρρυθμίσεις της και πόσο επηρέασαν τον κόσμο.

Αντί εισαγωγής
Η Μάργκαρετ Θάτσερ, παρέλαβε το 1979 ένα Ηνωμένο Βασίλειο σε συνεχή παρακμή. Οι πρόσφατες πετρελαϊκές κρίσεις είχαν τσακίσει την οικονομία, αλλά ήταν σαφής και μια μακρόχρονη τάση για το ΗΒ, τάση αποβιομηχάνισης και στασιμότητας. Οι άλλες χώρες της Ευρώπης φαινόντουσαν να τρέχουν, η Γερμανία απειλούσε να γίνει παντοδύναμη στην Ευρώπη και η Αγγλία δεν μπορούσε ακόμα να ξεπεράσει την απώλεια της αυτοκρατορίας, ούτε να χωνέψει το γεγονός ότι είχε καταντήσει μια ακόμα μεσαία ευρωπαϊκή δύναμη.
ΑΕΠ κκ διαφόρων χωρών, από το 1950 έως το 1979, έτος βάσης το 1950. Η αγγλική παρακμή ολοφάνερη
Στο γράφημα μπορείτε να δείτε την πρόοδο στην ανάπτυξη της Αγγλίας (και άλλων χωρών) από το 1950 έως το 1979. Προσέξτε ότι το 1950 είναι έτος βάσης για κάθε χώρα, δηλαδή το γράφημα δείχνει μόνο την σχετική άνοδο κάθε χώρας σε σχέση με το εισόδημα της το 1950. Παρατηρείστε πόσο τεράστια είναι η διαφορά της ανόδου της Αγγλίας με την άνοδο στην Γαλλία και την Γερμανία. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι η Αγγλία ξεκινούσε από υψηλότερη βάση και άρα δεν μπορούσε να αναπτύσσεται το ίδιο γρήγορα, η διαφορά είναι πολύ μεγάλη. Η Γαλλία αναπτύχτηκε 100 ποσοστιαίες μονάδες πιο πολύ από την Αγγλία και η Γερμανία 150! Έτσι στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 η Γερμανία και η Γαλλία είχαν φτάσει να είναι πλουσιότερες από την Αγγλία, την πηγή της βιομηχανικής επανάστασης και παραδοσιακά πλουσιότερη ευρωπαϊκή χώρα.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι περισσότεροι άνθρωποι περίμεναν η Γερμανία να γίνει ο ηγέτης της Ευρώπης και μιλούσαν με θαυμασμό για το γερμανικό οικονομικό θαύμα. Η Γαλλία φαινόταν να είναι ο άξιος συμπαραστάτης της Γερμανίας και στυλοβάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Αγγλία φαινόταν να μένει στο περιθώριο οικονομικά και πολιτικά1.

Το έργο της Θάτσερ
Μάργκαρετ Θάτσερ, ονομασμένη από τους Σοβιετικούς ως Σιδηρά Κυρία
Η Θάτσερ ήρθε στην εξουσία με ριζοσπαστικές ιδέες, ελπίζοντας να αντιστρέψει την παρακμή της χώρας. Χάρη στην πίστη της στην δύναμη των ιδεών και την ατσαλένια επιμονή της, έφερε σε πέρας μεταρρυθμίσεις που κανείς δεν περίμενε (ούτε ήθελε) να δει εκείνη την εποχή. Ιδιωτικοποιήσεις μεγάλων κλάδων της οικονομίας, περιστολή των δημοσίων δαπανών, περικοπή επιδοτήσεων, μείωση του δημοσίου χρέους με τα λεφτά που εξοικονομούνται, μείωση φόρων, απορρύθμιση πολλών κλάδων της οικονομίας και περιορισμός της γραφειοκρατίας, στροφή από την βιομηχανία στις υπηρεσίες (λεπτομέρειες εδώ).
Οι σύγχρονοι της Θάτσερ, ακόμα και στην Αγγλία, αμφέβαλλαν πολύ για την ουσία των μεταρρυθμίσεων. Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες, οι περισσότερες αρνητικές, μερικές ιδιαίτερα έντονες, με πιο χαρακτηριστική την τεράστια απεργία των ανθρακωρύχων το 1984-1985. Ο τρόπος που η Θάτσερ αντιμετώπισε αυτές τις αντιδράσεις ήταν χαρακτηριστικός.
Στην περίπτωση των ανθρακωρύχων, προετοιμάστηκε μαζεύοντας μεγάλα αποθέματα άνθρακα και μετά ανακοίνωσε το κλείσιμο κάμποσων ορυχείων που ήταν αντιοικονομικά και κόστιζαν μεγάλα ποσά στην βρετανική κυβέρνηση. Οι ανθρακωρύχοι αντέδρασαν άμεσα ξεκινώντας πολύ μεγάλες απεργίες. Η Θάτσερ δεν ενέδωσε, λέγοντας ότι το να ενδώσει στις απαιτήσεις τους θα ήταν σαν να παραδίδει την χώρα από την δημοκρατία στην οχλοκρατία. Οι απεργοί επέμειναν και αυτοί, περιμένοντας ότι η χώρα θα υποκύψει στους εκβιασμούς τους, με τον χειμώνα να έρχεται και το κάρβουνο να λιγοστεύει. Όμως είχαν υπολογίσει λάθος. Μετά από πολλά επεισόδια, δυστυχώς 9 νεκρούς και σχεδόν έναν χρόνο μετά, η απεργία έληξε και η επιμονή της Θάτσερ είχε κερδίσει μια πολύ μεγάλη μάχη. Αυτό που έδειξε η κα. Θάτσερ ήταν ότι η κυβέρνηση ήταν έτοιμη για μεταρρυθμίσεις και δεν θα φοβόταν το πολιτικό κόστος για να τις φέρει σε πέρας. Στην πραγματικότητα η κα. Θάτσερ έδειξε κάτι βαθύτερο, που αφορά κάθε κυβέρνηση του πλανήτη: οι μεταρρυθμίσεις συχνά έχουν ένα ιδιάζον χαρακτηριστικό. Τα οφέλη είναι συνολικά μεγαλύτερα από το κόστος αλλά και περισσότερα άτομα ωφελούνται παρά βλάπτονται. Όμως το κόστος πέφτει συγκεντρωμένο σε συγκεκριμένες, μικρές ομάδες που έχουν έτσι κίνητρο να ακούγονται πολύ πιο πολύ από τον πολύ κόσμο που ωφελείται από λίγο. Έτσι στην πραγματικότητα το πολιτικό κόστος είναι συχνά ένας μύθος, κάτι που ένας αποφασισμένος ηγέτης μπορεί να ξεπεράσει όταν δείξει στον πολύ κόσμο τι έχει να κερδίσει η χώρα από μια μεταρρύθμιση.
Τα ανθρακωρυχεία συνέχισαν να κλείνουν, μαζί με αρκετά άλλα απολιθώματα της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία, χωρίς εμπόδια πια από ειδικές ομάδες πίεσης. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την γενικευμένη αποβιομηχάνιση του Ηνωμένου Βασιλείου που έφεραν οι μεταρρυθμίσεις, ως ένα σημάδι καταστροφής. Ήταν όμως έτσι; Ας δούμε την ανάπτυξη στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σύγκριση με άλλες χώρες.
ΑΕΠ κκ διαφόρων χωρών, από το 1980 έως το 1999, έτος βάσης το 1980. Η εικόνα αναστρέφεται πλήρως
Η αλήθεια είναι ότι η στροφή της Θάτσερ από την επιδοτούμενη προβληματική βιομηχανία στις υπηρεσίες, ήταν μια εξαιρετική στρατηγική που πρόλαβε και έλυσε τα προβλήματα που βασανίζουν αρκετές από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης σήμερα. Από ουραγός η Αγγλία μετατράπηκε σε πρωτοπόρο. Άλλη μια φορά, όπως στην βιομηχανική επανάσταση, η Αγγλία έδειχνε στην Ευρώπη τον δρόμο για την πρόοδο. Αντίθετα, χώρες που δεν μεταρρυθμίστηκαν αρκετά γρήγορα, όπως η Γαλλία, έμειναν πολύ πίσω. Και χώρες όπως η Ελλάδα, που όχι μόνο δεν έκαναν μεταρρυθμίσεις αλλά γύρισαν προς τα πίσω, αυξάνοντας τον δημόσιο τομέα τους, είχαν μια πραγματική καταστροφή.
Το πόσο είχε πειστεί η Αγγλία τελικά για την αξία των μεταρρυθμίσεων της Θάτσερ, φαίνεται από το γεγονός ότι, όταν οι Νέοι Εργατικοί κατάφεραν επιτέλους να κερδίσουν, κέρδισαν αποκηρύσσοντας τις σοσιαλιστικές ιδέες τους! Ο Τρίτος Δρόμος του Τόνυ Μπλαίρ, στην πράξη δεν ήταν τίποτα άλλο από συνέχεια των κινήσεων της Θάτσερ, κινήσεις που τις συνέχισε μάλιστα με αρκετή συνέπεια και επιτυχία.
Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων χρησιμοποιήθηκαν για να το μειώσουν και γενικά το πέτυχαν, με ένα μικρό διάλειμμα εξαιτίας της ύφεσης στις αρχές της δεκαετίας του 90.
Η μεγάλη μείωση των δημοσίων δαπανών στα έτη της Θάτσερ
Στα γραφήματα βλέπουμε πως η κα. Θάτσερ κατάφερε να συγκρατήσει και να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες και πως ο Τόνυ Μπλαιρ με ένα μικρό διάλειμμα συνέχισε αυτές τις πολιτικές. Αλλά ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία όταν συγκρίνουμε με χώρες σαν την Γαλλία.
Η Γαλλία (όπως και η Ελλάδα σε χειρότερο βαθμό) προσπάθησε με αυξανόμενα ελλείμματα και εκτεταμένο παρεμβατισμό να σπρώξει την οικονομία της, ακολουθώντας δηλαδή την ακριβώς αντίθετη πολιτική από την Αγγλία.
Βλέπουμε στην Γαλλία πολύ μεγάλα ελλείμματα και έναν τριπλασιασμό του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ! Όπως είδαμε πιο πάνω, αυτές οι καταστροφικές πολιτικές έφεραν την Γαλλία σε δύσκολη θέση (και την Ελλάδα κοντά στην χρεοκοπία όπως ελπίζω θα θυμούνται οι Έλληνες. Αυτό που έγινε στην δεκαετία του 80 στην Ελλάδα ήταν η αντιγραφή ενός καθυστερημένου γαλλικού μοντέλου με πρόσθετη όμως διαστροφή, εγκληματική διαφθορά και οργανωμένη σπατάλη).

Χρέος και έλλειμμα της Γαλλίας
Το κληροδότημα της Θάτσερ, που το παρέλαβε και το συνέχισε σχετικά πειθαρχημένα ο Τόνυ Μπλαιρ, ανέβασε το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια πολύ καλή θέση σε σύγκριση με τις παρόμοιες χώρες.
Αυτό φαίνεται συγκρίνοντας πλήθος δεικτών (δείτε και τον παρακάτω πίνακα). Ο πληθωρισμός έπεσε δραματικά από το 18% στο περίπου 3%, η ανεργία που κατά το 1980 φαινόταν να εκτοξεύεται, μετά από μια παροδική άνοδο έπεσε σε πολύ καλά επίπεδα, πολύ χαμηλότερα από της Γαλλίας, Γερμανίας. Και το μέσο εισόδημα στην Αγγλία έφτασε να είναι σχεδόν 10% υψηλότερο της Γαλλίας.

Ανεργία
ΑΕΠ κ.κ. σε ΜΑΔ
Γαλλία
9,7
27.738
Γερμανία
9,6
28.988
Ελλάδα
10,5
18.722
Ιταλία
8
27.984
ΗΠΑ
5,5
39.496
Ηνωμένο Βασίλειο
4,6
30.277
Πηγή: 2004, Παγκόσμιοι Πίνακες Φιν. Στατ. Υπηρεσίας
Είχαμε λοιπόν τις τελευταίες δεκαετίες ένα εξαιρετικό φυσικό πείραμα. Μερικές δυτικές ανεπτυγμένες χώρες, παρόμοιες μεταξύ τους, που ακολουθούν πολύ διαφορετικές οικονομικές πολιτικές. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πολιτική του περιορισμού του κράτους και της δημοσιονομικής πειθαρχίας οδηγούν σε μια υγιή οικονομία και μια σημαντική ανάπτυξη. Οι αλόγιστες δαπάνες και η κρατική παρέμβαση αντίθετα, πνίγουν τους πολίτες και την οικονομία. Η Γαλλία και η Γερμανία ασφυκτιούν, η Αγγλία και οι ΗΠΑ προχωρούν δυναμικά προς το μέλλον.

Κριτική
Πολλοί επικριτές του αγγλικού μοντέλου, επισημαίνουν ότι η Θάτσερ έφερε ανισότητες και ότι η φτώχεια στην Αγγλία είναι υπερβολικά υψηλή. Η ίδια πάνω σε αυτό ανέφερε: «Για τις μεν ανισότητες, ενώ είναι αλήθεια δεν με ανησυχεί απαραίτητα. Όταν όλοι γίνονται πλουσιότεροι, αλλά μερικοί πιο γρήγορα από τους άλλους, όπως έγινε στην Αγγλία, οι ανισότητες ανεβαίνουν. Αλλά δεν βλέπω γιατί αυτό είναι κακό.» (περισσότερα εδώ).
Η απόλυτη φτώχεια από την άλλη είναι πάντα κακή. Και πραγματικά το ποσοστό φτώχειας 2 είναι σήμερα 14,1% στην Γαλλία και 21.8% στην Αγγλία3! Κατά τα χρόνια της Θάτσερ αυξήθηκε το ποσοστό από 17,1% στο 22,8% το 1991, για να κατέβει λίγο στο σημερινό 21,8%. Όμως όπως εξηγήσαμε, ο δείκτης της φτώχειας είναι ένας σχετικός δείκτης. Για να κρίνουμε το έργο της Θάτσερ, πρέπει να κοιτάξουμε άλλα πράγματα: ανέβηκαν τα εισοδήματα των φτωχών από το 1980 έως σήμερα; Η αλήθεια είναι ότι στα χρόνια της Θάτσερ ανέβηκαν τα εισοδήματα όλων των τάξεων στην Βρετανία. Το φτωχότερο 20% είδε τα εισοδήματα του να ανεβαίνουν περίπου 0,5% ετησίως έναντι 3,5% για το πλουσιότερο 20%. Αυτό ήταν βέβαια αναμενόμενο, καθώς οι μεταρρυθμίσεις είχαν ως σκοπό οι παραγωγικοί άνθρωποι να αρχίσουν να δημιουργούν περισσότερο πλούτο. Η θεωρία λέει ότι μετά αυτός ο πλούτος θα αρχίσει να διαπερνά και τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας (το λεγόμενο trickle down). Και όντως, χωρίς αλλαγή της πολιτικής, και παρά την ελαφριά κρίση, είχαμε στα χρόνια του Τζων Μεητζορ οι φτωχότεροι να τρέχουν με 1,5% ετησίως, ταχύτερα από τους πλουσιοτέρους που έτρεχαν με 0,5%. Και στα χρόνια του Τόνυ Μπλαιρ πια, επίσης χωρίς μεγάλη αλλαγή πολιτικής, έχουμε φτάσει σε μια ισορροπία, με όλα τα οικονομικά στρώματα να τρέχουν με τον ίδιο περίπου ρυθμό, 2,6%.
Άλλοι κριτικάρουν την ίδια την μείωση του κοινωνικού κράτους, ανεξαρτήτως αν οι φτωχοί έγιναν πλουσιότεροι ή όχι. Είναι σαφές ότι η κα. Θάτσερ περιέκοψε τα κοινωνικά επιδόματα, κάθε λογής ενισχύσεις που η κοινωνία υποχρεώνεται να καταβάλει σε διάφορα άτομα. Αλλά αυτό δεν έγινε χωρίς λόγο. Με τα λόγια της ίδιας:
«There is no such thing as society: there are individual men and women and there are families.»
Δεν υπάρχει μια κοινωνία σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αφαιρούμε πόρους από μερικούς με την βία και να τα δίνουμε σε άλλους, για χάρη της κοινωνίας. Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώνεται σε θυσίες για χάρη ενός απρόσωπου μορφώματος που λέγεται κοινωνία, έθνος, κράτος, ομάδα ή ότι άλλο θέλετε. Το κράτος, σύμφωνα με αυτήν την φιλοσοφία, δεν μπορεί να μειώνει τις ανισότητες με την βία, κόβοντας τα πόδια μερικών πολιτών. Αυτό που μπορεί να κάνει, είναι αυτό που έκανε η κα. Θάτσερ: να αφήσει το πεδίο ελεύθερο για τον καθένα μας να κερδίσει το ψωμί του σε έναν δίκαιο αγώνα, χωρίς εμπόδια. Οι φόροι έπεσαν για όλες τις οικονομικές ομάδες, ασθενείς ή πλούσιες. Η ανεργία έπεσε σε επίπεδα σχεδόν πλήρους απασχόλησης. Όποιος θέλει μπορεί σήμερα στην Βρετανία να εργαστεί4 και να ζει σε πολύ καλές συνθήκες χωρίς να επιβαρύνεται υπέρογκα από το κράτος. Μπορεί και να μην δουλέψει, μπορεί να στοχάζεται για την φύση του κόσμου σε ένα παγκάκι σε ένα πάρκο. Είναι στο χέρι του να διαλέξει τι θα κάνει…
Το τελευταίο κομμάτι της κριτικής, και από τους ίδιους τους Άγγλους, αφορά την εχθρικότατα της Θάτσερ στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αν και ξεφεύγει λίγο από το θέμα του παρόντος άρθρου, ο υπογράφων βλέπει εδώ ίσως το μεγάλο ελάτωμμα της Θάτσερ, που ο Τόνυ Μπλερ αργότερα φάνηκε να διορθώνει λίγο. Η Βρετανία ανήκει στην Ευρώπη και πρέπει να προσφέρει τα ταλέντα και τις ιδέες της στην υπηρεσία της Ευρώπης. Μια Ευρώπη με μεγαλύτερη βρετανική επιρροή θα είναι καλή, τόσο για την Ευρώπη, όσο και για την Βρετανία.

Επίλογος
Η μεταστροφή που έφερε η κα. Θάτσερ στην αγγλική πολιτική σκηνή ήταν μια συγκλονιστική απόδειξη ότι ένα άτομο μόνο του μπορεί να αλλάξει μια ολόκληρη χώρα και ίσως το κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής πολιτικής σε όλη την Δύση. Έδειξε σε όλους ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών και του παρεμβατισμού μπορεί να απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας που ασφυκτιούν κάτω από τον κρατικό παρεμβατισμό και να οδηγήσει σε έναν αγαθό κύκλο ανάπτυξης. Ένδειξη ότι η προνοητική και στιβαρή ηγεσία μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τα κατεστημένα και τις διάφορες μειονοτικές ομάδες που λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας και να κερδίσει, για το καλό όλων. Η πολιτική της θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης από όλους όσους ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη.
Η πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ απεβίωσε στα 87 της χρόνια, στις 08/04/2013 καθώς η υγεία της ήταν επιβαρυμένη. Υπέστη εγκεφαλικό και πέθανε ήσυχα στον ύπνο της.

Φράσεις της Θάτσερ που έγραψαν ιστορία
Πολλές από τις ατάκες της έμειναν στην ιστορία. Μεταξύ αυτών και η - λανθασμένη όπως αποδείχθηκε - πρόβλεψη, ότι δεν θα ζούσε για να δει γυναίκα στο τιμόνι της Βρετανίας. Κι όμως, έμελλε να γίνει εκείνη η πρώτη γυναίκα που ανέβηκε στον πρωθυπουργικό θώκο της χώρας και της άρεσε να θυμίζει: «δεν είμαι εδώ για να είμαι αρεστή».
  • «Θα περάσουν χρόνια προτού μια γυναίκα ηγηθεί του κόμματος ή γίνει πρωθυπουργός- και αυτό όχι όσο ζω» - 1973, όταν ήταν υπουργός παιδείας
  • «Δεν είμαι εδώ για να είμαι αρεστή» - μια από τις αγαπημένες της ατάκες
  • «Όπου υπάρχει διαφωνία, ας κομίσουμε αρμονία. Όπου υπάρχει σφάλμα, ας κομίσουμε την αλήθεια. Όπου υπάρχει αμφιβολία, ας κομίσουμε πίστη. Και όπου υπάρχει απελπισία, ας κομίσουμε ελπίδα» -1979, όταν εξελέγη πρωθυπουργός
  • «Στην πολιτική, αν θες να ειπωθεί κάτι, ζήτα το από έναν άνδρα. Αν θες να γίνει κάτι, ζήτα το από μια γυναίκα»- 1982, κατά την διάρκεια ομιλίας
  • «Οποιαδήποτε γυναίκα κατανοεί τα προβλήματα του να συντηρείς ένα σπιτικό, είναι πιο κοντά στο να καταλάβει τα προβλήματα του να ηγείσαι μιας χώρας» - 1979, κατά την διάρκεια προεκλογικής εκστρατείας
  • «Συνεχίζω να μάχομαι. Μάχομαι για να κερδίσω» - μετά την ατελέσφορη πρώτη ψηφοφορία για την ηγεσία των Τόρις, το 1990
Και ακόμη:
  • "Μ’ αρέσει η διαφωνία, λατρεύω τις αντιδικίες. Δεν μ’ αρέσει να κάθεται κάποιος στη γωνιά του και να συμφωνεί μαζί μου. Αυτό δεν είναι δική του δουλειά."
  • "Το να είσαι πρωθυπουργός είναι μοναχική δουλειά. Δεν μπορείς να ηγηθείς μέσα από το πλήθος."
  • "Πιάνω στον αέρα τη δυσωδία της συγκατάβασης." (σε υπουργικό συμβούλιο)
  • "Αν θες οπωσδήποτε να κόψεις το λαιμό σου, μην έρθεις να μου ζητήσεις επίδεσμο."
  • "Είναι επικίνδυνο να στέκεσαι στη μέση του δρόμου. Κινδυνεύεις να σε πατήσουν όλα τ΄αμάξια."
  • "Κανείς δεν θα θυμόταν τον καλό Σαμαρείτη αν είχε μόνο καλές προθέσεις. Διέθετε επίσης και λεφτά."
  • "Αυτό που χρειάζεται η Βρετανία είναι μία Σιδηρά Κυρία."

Πηγές:
Για όλα τα στοιχεία εκτός από αυτά που αναγράφεται κάτι άλλο, είναι από το Penn World Table. Μπορείτε να έχετε πρόσβαση στα στοιχεία εδώ
Μια ενδιαφέρουσα αγγλική σελίδα για το κοινωνικό κράτος, με απόψεις από τα αριστερά και τα δεξιά
Γνωστές φράσεις και αποσπάσματα απο γραπτά της Θάτσερ
Βιογραφία της Θάτσερ από το περιοδικό ΤΙΜΕ

Σημειώσεις:
1.Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αγγλία μπήκε στην ΕΕ μόλις το 1973, κυρίως λόγω των αντιρρήσεων του Ντε Γκωλ.
2.Πρέπει πάλι να σημειώσουμε ότι το ποσοστό φτώχειας που χρησιμοποιείται συνήθως είναι ένας σχετικός δείκτης. Μετράει χονδρικά το ποσοστό των ατόμων που έχουν εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του διάμεσου εισοδήματος στην χώρα (το διάμεσο, είναι το εισόδημα που είναι ανώτερο του εισοδήματος των μισών πολιτών και κατώτερο των άλλων μισών). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι “φτωχοί” είναι πραγματικά φτωχοί. Ένας “φτωχός” στις ΗΠΑ είναι πλουσιότερος από τον μέσο Έλληνα!
3.Πηγή για αυτά τα στοιχεία είναι κυρίως η έρευνα εισοδήματος του Λουξεμβούργου
4.Προφανώς η όλη συζήτηση δεν αφορά άτομα με ουσιαστικά προβλήματα, αναπηρίες κτλ Αυτοί οι άνθρωποι φυσικά αξίζουν της προστασίας του κράτους. Είναι δείγμα της ποιότητας μας ως συνειδητοποιημένα άτομα να φροντίζουμε τους αδύναμους που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους.
  
Πηγές του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν οι κάτωθι ηλεκτρονικές παραπομπές:
http://www.philenews.com/el-gr/eidiseis-kosmos/47/140252/oi-atakes-tis-sidiras-kyrias-pou-emeinan-stin-istoria
http://lemesospress.com/θάτσερ-η-γυναίκα-που-έδωσε-το-όνομά-της/
http://economy.greekliberals.net/0010000078/τo-κληροδοτημα-της-θατσερ.html
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22769&subid=2&pubid=63809702
http://troktiko.eu/2013/04/πέθανε-η-μάργκαρετ-θάτσερ/


Share/Bookmark

Υπενθύμηση σχετικά με την υποβολή σχολίων:

Παρακαλείστε να είστε κόσμιοι στους χαρακτηρισμούς σας, επειδή ενδέχεται ορισμένοι επισκέπτες του ιστολογίου να είναι και ανήλικοι.
Τα σχόλια στα ιστολόγια υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές.
Τα σχόλια θα εγκρίνονται, μόνο ενώ και εφόσον, είναι σχετικά με το θέμα, δεν αναφέρουν προσωπικούς, προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, καθώς επίσης και τα σχόλια που δεν περιέχουν συνδέσμους.
Επίσης, όταν μας αποστέλλονται κείμενα (μέσω σχολίων ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), παρακαλείσθε να αναγράφετε την τρέχουσα πηγή τους σε περίπτωση που δεν είναι δικά σας. Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την κατανόησή σας...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...